
- Του Σωκράτη Παν. Μάσσια, Φιλολόγου
Ο 1ος αιώνας μ.Χ. αποτελεί την αρχή της μεταβατικής περιόδου από την ειδωλολατρεία στο Χριστιανισμό και από τον πολυθεϊσμό στο μονοθεϊσμό. Η αλλαγή αυτή δεν έγινε και δεν μπορούσε να γίνει αυτόματα, αβίαστα και ομαλά. Η κατεδάφιση και ο παραμερισμός αντιλήψεων, συνηθειών, νοοτροπιών, θρησκευτικών ιδεολογιών και λατρειών της προ Χριστού εποχής, πέρασαν μέσα από πολλές και σκληρές δοκιμασίες, διωγμοί, προπηλακισμοί, σωματικά βασανιστήρια, βίαιοι θάνατοι, μαρτύρια, θυσίες (σταύρωση του Χριστού).
Σαφή εικόνα για τις θρησκευτικές αντιλήψεις τον 1ο μ.Χ. αιώνα των κατοίκων στα όρια Ηλείας και Αρκαδίας και συγκεκριμένα πλησίον των σημερινών γειτονικών κοινοτήτων Ασπρασπιτιών (Ηλεία) και Τριποταμιάς (Αρκαδία) μας δίνει ο περιηγητής Δίων ο Χρυσόστομος, ο οποίος στο έργο του «De regno A» = περί βασιλείας Α΄ εκθέτει τις μαντικές ασχολίες και αντιλήψεις, όπως τις γνώρισε και τις κατέγραψε κατά τη μακρά συζήτηση που είχε με μια αγρότισσα γυναίκα, την οποία συνάντησε στο σύνορα Αρκαδίας και Ηλείας στη «Ράχη του Σαύρου» πλησίον βωμού του Ηρακλή, κατά το διάβα του στην Ολυμπία. Πρόκειται βέβαια περί μυθοπλασίας του λαϊκού φιλοσόφου Δίωνα, ο οποίος κηρύττει στα πλήθη με Σωκρατικό τρόπο απλή ηθική φιλοσοφία, φρονώντας ότι η φιλοσοφία δεν είναι τίποτα άλλο παρά «το ζητείν και το φιλοτιμείσθαι όπως τις έσται καλός και αγαθός» = η αναζήτηση και η έντονη προσπάθεια για το πώς θα γίνει κάποιος ηθικά άρτιος και ενάρετος.
Σχετικά με την επικράτηση της νέας θρησκείας στην Αρκαδία αναφέρουμε τα εξής στο υπό τον τίτλο βιβλίο μας «Μαντικές Ασχολίες και Αντιλήψεις Ηλείων και Αρκάδων τον 1ο μ.Χ. αιώνα», ‘‘ΠΑΤΡΙΣ”, ΠΥΡΓΟΣ 2003: «Στα απομακρυσμένα σημεία, όπως η Αρκαδία, όπου οι κάτοικοι ήσαν απομονωμένοι και τα ήθη συντηρητικά, η διάδοση της νέας Θρησκείας καθυστερούσε και μόνο τον 5ο προς τον 6ο αιώνα θα συναντήσουμε οργανωμένη Εκκλησία στην Αρκαδία. Μεταξύ των Επισκοπών που ιδρύονται στην Αρκαδία είναι και της Θέλπουσας, όπου πάνω στα θεμέλια του ναού του Ασκληπιού χτίστηκε ναός παλαιοχριστιανικός του Αϊ – Γιάννη του Προδρόμου (Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τόμ. Α΄ 1972, σ. 74-75). Η παλαιοχριστιανική εκκλησία του Αγιάννη στην περιοχή της Θέλπουσας, και κατά τον διάσημο Γερμανό αρχαιολόγο Ερνέστο Κούρτιο, είχε χτιστεί πάνω στα θεμέλια ιερού του Ασκληπιού. Ο ναός ήταν ορθογώνιος με αψίδα. Πάνω δε στα ερείπια του ναού του Αγιάννη του Προδρόμου χτίστηκε μεταγενέστερα το εκκλησάκι η «Παναγία της Βάναινας», το οποίο και διατηρείται μέχρι σήμερα.
Η διάρκεια της επικράτησης του Χριστιανισμού ήταν μακρά και ίσως να μην υπήρχε χρονικό τέλος, αν οι δύο κόσμοι, ο ειδωλολατρικός (προχριστιανικός) με τον χριστιανικό, δεν συναντιούνταν και δεν συμφωνούσαν σε πολλά και μάλιστα βασικά κοινά σημεία ουσίας και αρχών. Ένα και μόνο παράδειγμα αρκεί να επιβεβαιώσει του παραπάνω λόγου το αληθές, το «ουδαμώς δει αδικείν ούδ’ ανταδικείν» του Πλατωνικού στοχασμού (Πλάτωνος «Κρίτων», κεφ. 47) με τη χριστιανική ρήση «εγώ δε λέγω υμίν μη αποστήναι τω πονηρώ, αλλ’ όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψων αυτώ και την άλλην» (Καινή Διαθήκη, Κατά Ματθαίον, κεφ. 5, 39). Ανάλογο ταυτισμό και παράλληλες ομοιότητες σε αρχές και αξίες θα βρει ο ειδικός πάρα πολλές ανάμεσα στους δύο κόσμους…
Προς επίρρωση των ανωτέρω, δύο σύγχρονοι Αμερικανοί επιστήμονες, ο Victor Davis Hanson και ο John Health, στο έργο τους «Ποιος σκότωσε τον Όμηρο; Ο θάνατος της κλασσικής παιδείας και η αποκατάσταση της Ελληνικής σοφίας», Κάκτος 1999, σσ. 39-40, γράφουν: «…Η πρόκληση που αντιμετώπιζαν οι πρώτοι χριστιανοί πατέρες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν πώς να εκμεταλλευτούν ένα επιτυχημένο ειδωλολατρικό εκπαιδευτικό σύστημα χωρίς να διδάσκουν την ειδωλολατρία, πώς να εμβολιάσουν αρχαιότερη και πιο σύνθετη Ελληνική ιδέα ενός χρήσιμου δυϊσμού σώματος – ψυχής πάνω στη χριστιανική ιδέα της αιωνιότητας, πώς να χρησιμοποιήσουν παλαιότερες εθνικές τελετουργίες στην υπηρεσία ενός νέου θεού… Κάποιοι από τους πρώτους πατέρες της εκκλησίας αποκήρυξαν συνολικά τη φιλοσοφία, που διαδραμάτισε τόσο σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του δόγματος της αναπτυσσόμενης εκκλησίας. «Οι φιλόσοφοι είναι οι πατριάρχες των αιρετικών» εξηγούσε ο Τερτυλλιανός… Οι Έλληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς προσαρμόστηκαν, αφομοιώθηκαν και έγιναν «σημαντικοί» για μια ακόμη φορά. Ο Αυσώνιος, ο Σιδώνιος, ο Αμβρόσιος, ο Αυγουστίνος, ο Βοηθός και άλλοι θαρραλέοι άντρες, που τώρα είναι ως επί το πλείστον άγνωστοι, ένωσαν τον κλασσικό και το χριστιανικό κόσμο για πάντα…».
