
Το 1824 δημοσιεύτηκε το ρομαντικό ποίημα του Γερμανού φιλέλληνα φιλολόγου, ποιητή και συγγραφέα Wilhelm Müller (1794-1827), «Η Φλαμουριά», και το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα μελοποιήθηκε από τον Αυστριακό συνθέτη Franz Schubert (1797-1828). Έμελλε δε να γίνει ένα πανευρωπαϊκό —και όχι μόνο— τραγούδι-σουξέ.
«Η Φλαμουριά» γίνεται σύμβολο του τόπου καταγωγής και της νοσταλγίας του ξενιτεμένου για την επιστροφή. Ο ποιητής, στην πρώτη στροφή —«Στη βρύση τη βουνίσια / σιμά είν’ η Φλαμουριά / στον ίσκιο της καθόμουν / να ονειρευτώ συχνά»— φαντάζεται έναν φέρελπι νέο να κάθεται κοντά σε μια βουνίσια βρύση και, κάτω από τον ίσκιο της φλαμουριάς, να χτίζει τα όνειρά του.
Προτού ο νέος εκδηλώσει τα όνειρά του, ο ποιητής προσωποποιεί το ρομαντικό δέντρο, παρουσιάζοντάς το σαν ιερά πρόσωπα: γονείς, αδέλφια, φίλους, αγαπημένους ανθρώπους γενικά· την ίδια τη γενέτειρά του, με τις χαρές και τις λύπες, τα ήθη και τα έθιμα, το φυσικό περιβάλλον. Όλα αυτά τα χάραζε στο δέντρο και τα ανακαλούσε στη μνήμη του στις ευχάριστες και δύσκολες στιγμές της ζωής του: «Εχάραζα στη φλούδα / ονόματα ιερά / και πάντα εκεί γυρνούσα / σε λύπη ή σε χαρά».
Στην τρίτη στροφή —«Μια μέρα ταξιδεύω / σε μέρη μακρινά / περνώ να χαιρετήσω / στερνά τη Φλαμουριά»— δίνει σάρκα και οστά στα όνειρά του. Αποφασίζει, κάτω από την αδήριτη ανάγκη της φτώχειας και της ανέχειας, να ξενιτευτεί σε μια μακρινή χώρα. Η ώρα του αποχωρισμού και του αποχαιρετισμού από τα αγαπημένα του πρόσωπα και πράγματα έχει φτάσει και εκεί γίνεται χαλασμός, με κορύφωση την τέταρτη στροφή: «Βουίζαν τα κλαδιά της / σαν να μου κράζαν: / “Ω, κοντά μου πάντα μείνε / θα βρεις γαλήνη εδώ”». Τον πόνο του αποχωρισμού διαδέχεται η παράκληση των αγαπημένων του και όλου του φυσικού περιβάλλοντος, που του φωνάζουν να μείνει κοντά τους για πάντα, γιατί μόνο εκεί θα βρει τη γαλήνη.
Η απόφαση όμως του νέου είναι αμετάκλητη και φεύγει για τα ξένα: «Μακριά τώρα στα ξένα / δεν έχω τη χαρά / που ένοιωθα εκεί πάνω / κοντά στη Φλαμουριά». Εκεί χάνει τη χαρά που ένοιωθε κοντά στα αγαπημένα του πρόσωπα και στην «ολόχαρη» γενέτειρά του, στο χωριό του, που πάντα τα ανακαλεί στη μνήμη του: «Στο νου μου πάντα μένει / το ολόχαρο χωριό / στ’ αυτιά μου ακούω πάντα / “θα βρεις γαλήνη εδώ”», που του φωνάζουν ότι κοντά τους θα βρει τη γαλήνη…
Το εμβληματικό και ρομαντικό αυτό τραγούδι είναι βαθιά χαραγμένο και στη μνήμη του γράφοντος, από τότε που στη σχολική κατασκήνωση του Λάλα, το 1952-53, μας το έμαθε —και το τραγουδούσαμε— ο αρχηγός της κατασκήνωσης, ένας πολύ φωτισμένος και χαρισματικός εκπαιδευτικός. Την τελευταία ημέρα της κατασκήνωσης, θυμάμαι, το τραγουδήσαμε όλοι οι κατασκηνωτές, με μαέστρο τον αρχηγό της κατασκήνωσης, μέσα σε ένα έντονα συγκινησιακό περιβάλλον, με τα μάτια μας να πλημμυρίζουν δάκρυα…
Σωκράτης Π. Μάσσιας
Φιλόλογος
