Παλιά Σπάρτη – ΣΤΙΛΒΩΤΗΡΙΟΝ «ΗΛΙΟΣ» Λ. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ

Toν Μάιο του 1923, πεντακόσιοι περίπου ξεριζωμένοι Πόντιοι και Μικρασιάτες πρόσφυγες, αποβιβάστηκαν στο Γύθειο και δημιούργησαν τον «Προσφυγικό Συνοικισμό». Ανάμεσά τους και ο Πόντιος Λεωνίδας (Λαυρέντης)  Ασλιχανίδης με τη γυναίκα του τη Σοφία. Αφού έμειναν, όσο χρειάστηκε, στο Γύθειο, σε πολύ δύσκολες συνθήκες, κι απέκτησαν πέντε παιδιά (2 αγόρια και 3 κορίτσια), αναγκάστηκαν να «μεταναστεύσουν» στη Σπάρτη ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή. Αγωνίστηκαν σκληρά για να ζήσουν και στα 1955, ο μπαρμπα-Λαυρέντης Ασλιχανίδης άνοιξε, με τον μεγάλο του γιο τον Χρήστο (Χρηστάκη, Τάκη), ένα μικρό, υπόγειο στιλβωτήριο στις Καμάρες, στο κέντρο της Σπάρτης, δίπλα ακριβώς από το χειμερινό σινεμά «ΦΛΟΡΑΛ». Η ταμπέλα έγραφε:

ΣΤΙΛΒΩΤΗΡΙΟΝ

ΑΛΛΑΓΑΙ  ΧΡΩΜΑΤΩΝ

«ΗΛΙΟΣ»

Λ. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ

1

Μοναδικός εξοπλισμός του ένας υπερυψωμένος τριθέσιος καναπές όπου κάθονταν οι πελάτες για να γυαλίσουν τα παπούτσια τους. Το γυάλισμα των παπουτσιών απαιτούσε τέχνη, εμπειρία και γρηγοράδα και τα βασικά εργαλεία ήταν ένα μικρό βουρτσάκι για το βάψιμο, δυο μεγάλες βούρτσες για το γυάλισμα και η φέλπα, στο τέλος, για να γίνονται τα παπούτσια … καθρέφτης. Η φέλπα ήταν μακρόστενο χνουδωτό ύφασμα, που  τραβώντας την, πέρα-δώθε, πάνω στο παπούτσι, με τα δυο χέρια, γινόταν το τελικά γυάλισμα. Προτού αρχίσει το γυάλισμα έβαζε ο στιλβωτής στο πλάι του παπουτσιού δυο σκληρά χαρτονάκια, ώστε να μην βαφτεί κατά λάθος η κάλτσα του πελάτη Όταν τελείωνε ο στιλβωτής έλεγε: «Με την υγεία σου και την άλλη βόλτα με το καλό.»

Στα χρόνια εκείνα οι στιλβωτές είχαν πολλή δουλειά, μιας και κανένας (τότε) δεν ήθελε να περπατά με παπούτσια λερωμένα. Ιδιαίτερα τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις γιορτές οι στιλβωτές έκαναν χρυσές δουλειές.

Εκτός από βάψιμο-γυάλισμα παπουτσιών το Στιλβωτήριο Ασλιχανίδη έκανε και αλλαγές χρωμάτων σε όλα τα δερμάτινα είδη. Με τις αλλαγές των χρωμάτων ασχολούταν κυρίως ο Χρήστος Ασλιχανίδης και υπήρχε τόσο πολλή δουλειά που πολλές φορές δούλευε ακόμα και τη νύχτα.

Το ταπεινό υπόγειο στιλβωτήριο ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ ήταν ένα στέκι ισότητας κοινωνικής. Εκεί κατέβαιναν πλούσιοι και αριστοκράτες εκεί κατέβαιναν και φτωχοί μεροκαματιάρηδες, σπουδαγμένοι και αγράμματοι. Όλοι ήτανε ίσοι απέναντι στον Χρήστο και τον πατέρα του τον μπαρμπα-Λαυρέντη και όλοι είχανε την ίδια περιποίηση των παπουτσιών τους. Όσο φθαρμένο κι αν ήταν ένα παπούτσι, οι στιλβωτές, πατέρας και γιος, πάσχιζαν φιλότιμα να το κάνουν εμφανίσιμο και αξιοπρεπές, γιατί πίστευαν πως τίποτα δεν είναι για πέταμα αν ξέρεις πώς να το φροντίζεις και ότι ο κάθε άνθρωπος, ακόμα και ο πιο φτωχός, αξίζει να φορά ένα ζευγάρι όμορφα, καλογυαλισμένα παπούτσια.

Και δεν ήταν μόνον αυτό. Γινότανε, το μικρό μαγαζί, τόπος που έρχονταν οι άνθρωποι πιο κοντά ο ένας στον άλλο, συζητούσαν τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας  και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που άνοιγαν την καρδιά τους στον μπαρμπα-Λαυρέντη και τον γιο του τον Χρήστο.

2

Γενικώς, η δουλειά ήταν τόση, που πραγματικά, πολλές φορές, δεν προλάβαιναν να τα βγάλουν πέρα. Κι αυτό γιατί τότε, εκεί στις Καμάρες, μαζευότανε για βόλτα (πάνω – κάτω, πάνω-κάτω) ΟΛΗ η Σπάρτη, για να «ξεδώσει», να «βολτάρει», να ψωνίσει στα εμπορικά, να πάρει σπόρια και ξηρούς καρπούς από την «ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ», να φάει γλυκό στο υπόγειο Ζαχαροπλαστείο «ΚΑΙΣΑΡΗ» και να πάει σινεμά στο «ΦΛΟΡΑΛ». Όλα αυτά (και άλλα πολλά) δημιουργούσαν, εκεί στις Καμάρες, έναν κόσμο οικείο, «μαγικό» και αγαπητό στους Σπαρτιάτες της εποχής, που ακόμα και σήμερα μένει ως νοσταλγική ανάμνηση στο νου και την καρδιά τους.

Ως άνθρωποι και εργοδότες, ο Λαυρέντης Ασλιχανίδης και ο γιος του Χρήστος, διακρίνονταν για τον καλό τους χαρακτήρα, το ήθος, τη σοβαρότητα, την ανθρωπιά και την τιμιότητά τους, την ευσυνειδησία αλλά και την εργατικότητά τους. Όσοι δούλεψαν μαζί τους λένε έως σήμερα τα καλύτερα λόγια.

*Εκτός από το Στιλβωτήριο Ασλιχανίδη, άνοιξαν, την επόμενη χρονιά (1956) άλλα δυο, των Αφών Θανάση και Τάκη Ρουμελιώτη στην Αγησιλάου και του Θεοδ. Παναγέα στην Κ. Παλαιολόγου. Προπολεμικά, αναφέρεται ένα στιλβωτήριο στη Στοά Κουρσούμη.

Ο γιος Ασλιχανίδης, ο Χρήστος, παντρεύτηκε με την Αθηνά Βλάχου από τους Γοράνους και απέκτησαν δυο παιδιά τον Λευτέρη και τη Σοφία. Παράλληλα με τη δουλειά του στιλβωτή, ο Χρήστος Ασλιχανίδης, μπολιασμένος με τα μεράκια και τους καημούς της  προσφυγιάς,  έμαθε από μόνος του μπουζούκι, έτσι ώστε, όταν έβρισκε λίγο χρόνο, να βγάζει με το μπουζούκι και το τραγούδι από μέσα του τα σεκλέτια της ψυχής του.  Κάποια στιγμή, αποφάσισε ν’ ανοίξει ένα ταβερνάκι με λαϊκή ορχήστρα (δυο μπουζούκια, κιθάρα και ακκορντεόν), σ’ ένα υπόγειο, κοντά στη σημερινή πλατεία Δούκα. Δυστυχώς η Σπάρτη δεν ήταν έτοιμη να υποστηρίξει ένα τέτοιο μαγαζί και η προσπάθεια του Χρήστου Ασλιχανίδη δεν «περπάτησε».

3

Συνέχισε, λοιπόν, να δουλεύει στο στιλβωτήριο, όταν έλαβε  «πρόσκληση» από τον αδελφό του τον Χαράλαμπο, ράφτη στο Τορόντο, κι αποφάσισε να φύγει οικογενειακώς για τον Καναδά. Άλλωστε, ΟΛΑ τα αδέρφια του, το ένα μετά το άλλο, είχαν ακολουθήσει το δρόμο για την ξένη γη.

Ο ξεριζωμός απ’ την πατρίδα ήταν μια μεγάλη και δύσκολη απόφαση και ο αποχωρισμός του Χρήστου Ασλιχανίδη από το στιλβωτήριο, το μαγαζάκι που έζησε την οικογένειά του επί τόσα χρόνια και ζέστανε τα όνειρά του, ήταν δύσκολος. Όμως η απόφαση είχε παρθεί.

Φορτωμένοι τις βαλίτσες και τις ελπίδες τους επιβιβάστηκαν μια μέρα του 1966, στο υπερωκεάνιο  «ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ» και ξεκίνησαν το μακρύ ταξίδι προς τη «Γη της Επαγγελίας». Πρόσφυγας κάποτε ο πατέρας και η μάνα, πρόσφυγες τώρα ΚΑΙ τα παιδιά ΚΑΙ τα εγγόνια. Πίσω, στη Σπάρτη, έμεινε ο μπαρμπα- Λαυρέντης Ασλιχανίδης, ο οποίος συνέχισε να δουλεύει το στιλβωτήριο «ΗΛΙΟΣ», μέχρι το 1975-76, οπότε και έκλεισε, για πάντα, αυτό το απλό και ταπεινό μαγαζάκι, που έζησε μιαν οικογένεια Ποντίων προσφύγων και σημάδεψε με την παρουσία του τη ζωή και τη διαδρομή της μεταπολεμικής Σπάρτης. Τώρα, ο μπαρμπα-Λαυρέντης, μαζί με τα βάσανα της ζωής, φορτωνόταν και το μαράζι των ξενιτεμένων παιδιών και των εγγονιών του. Αφού έκλεισε το στιλβωτήριο, έζησε ήσυχα στη Σπάρτη και πέθανε στα 1985, ενώ, δέκα χρόνια μετά (1995) πέθανε στις ΗΠΑ και η γυναίκα του η κυρα-Σοφία.

Το ταξίδι με το υπερωκεάνιο «ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ» προς την Αμερική κράτησε καμιά δεκαριά μέρες, φτάσανε κάποτε και στο Τορόντο, τακτοποιήθηκαν, πιάσανε δουλειά οι γονείς στα εργοστάσια και τα παιδιά συνέχισαν τον δικό τους αγώνα στο σχολείο.

Μέσα στο σπίτι τους, στημένο όρθιο σε μια γωνιά, βρισκόταν το μπουζούκι του Χρήστου κι όταν είχε χρόνο από τη δουλειά το έπαιρνε και γέμιζε με τις πενιές και το τραγούδι του την «ερημιά» του ξένου τόπου.

Κάποτε, αφού ρίζωσε στο Τορόντο, ο Χρήστος Ασλιχανίδης, και έκανε γνωριμίες με άλλους Έλληνες μουσικούς που εκτίμησαν το ταλέντο του, αποφάσισαν να φτιάξουν μιαν ορχήστρα (κλαρίνο, βιολί, μπουζούκι, κιθάρα, κρουστά), για τις ανάγκες διασκέδασης των ξενιτεμένων, στην οποία έδωσαν το όνομα «Η Ιτιά». Πολύ γρήγορα ο Χρήστος Ασλιχανίδης έγινε γνωστός και αγαπητός στην ομογένεια και η ορχήστρα του υπήρξε περιζήτητη στα γλέντια των Ελλήνων της ξενιτιάς (Καναδά και ΗΠΑ), οι οποίοι, μέσα από το ελληνικό τραγούδι, δυνάμωναν την απόφασή τους να διατηρήσουν την παράδοση, την πίστη και τους δεσμούς με την πατρίδα.

4

Όπως, όμως, συμβαίνει συχνά στη ζωή, όποιο δέντρο ψηλώνει, το διαλέγει η αστραπή για να το κάψει: Ο Χρήστος Ασλιχανίδης αρρώστησε βαριά. Αφού, επί έξι χρόνια, έδωσε σκληρή μάχη, με υπομονή, καρτερικότητα και αξιοπρέπεια, έσβησε στα 61 του χρόνια, το 1991, αφήνοντας σαν τελευταία του επιθυμία, να ταφεί στο χώμα της πατρίδας, όπως κι έγινε.

Ο γιος του, ο Λευτέρης Ασλιχανίδης, έχοντας, πάντα, μέσα στην καρδιά του την Ελλάδα και την Σπάρτη, που αποχωρίστηκε όντας μόλις 11 χρόνων, για να μην «χορταριάσει» και κλείσει ο δρόμος της επιστροφής, ήρθε στη Σπάρτη στα 1982, και δούλεψε ευκαιριακά στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου «ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ». Μετά από δυο χρόνια ξανάρθε για να μείνει και δούλεψε σε Φροντιστήριο Αγγλικών. Του άρεσε η δουλειά του δασκάλου της Αγγλικής και άνοιξε δικό του Φροντιστήριο στη Σπάρτη. Επειδή ήταν καλός στη δουλειά του, με άριστη γνώση της Γλώσσας, συνεπής, υπεύθυνος, κοινωνικός, τίμιος, εργατικός και Δάσκαλος με τα όλα του, το φροντιστήριό του είχε πολλές και καλές επιτυχίες, με αποτέλεσμα να διακριθεί, να μεγαλώσει και να γίνει περιζήτητο.

5

Το  «ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΓΓΛΙΚΗΣ Λ. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗΣ» έγινε φίρμα στη Σπάρτη και στη Λακωνία, αποτελώντας εγγύηση επιτυχίας, μέχρι το 2015, οπότε και ο Λευτέρης συνταξιοδοτήθηκε.

Σήμερα, ο Λευτέρης Ασλιχανίδης, με την οικογένειά του και τη μητέρα του, την Αθηνά, ζει στη Σπάρτη και κρατά ζωντανή τη μνήμη και την ιστορία της οικογένειας ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ, που, πρόσφυγες από τον Πόντο, βρέθηκαν κάποτε στη Σπάρτη και κατάφεραν να γράψουν μια όμορφη ιστορία ζωής, χάρη στη δύναμη και τον πλούτο της ψυχής τους.

Εκεί στις καμάρες της Σπάρτης όπου κάποτε υπήρξε το «ΣΤΙΛΒΩΤΗΡΙΟ «ΗΛΙΟΣ» Λ. ΑΣΛΙΧΑΝΙΔΗ», σήμερα έχει υψωθεί μια σύγχρονη πολυκατοικία. Το ίδιο και δίπλα, εκεί που ήταν το σινεμά «ΦΛΟΡΑΛ». Παραπάνω η «ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ» έκλεισε κι αυτή. Οι Καμάρες και η Σπάρτη δεν είναι πια ίδιες όπως παλιά. Οι Σπαρτιάτες κι αυτοί, δεν είναι ίδιοι μ’ εκείνους που κάποτε περπατούσαν εκεί.

Κι όμως: Όσοι παλαιοί των Σπαρτιατών διαβαίνουν σήμερα στις Καμάρες κλείνουν τα μάτια κι ακόμα μυρίζουν τα βερνίκια, ακούνε τους ήχους και τις κουβέντες από το υπόγειο στιλβωτήριο και βλέπουν τον μπαρμπα-Λαυρέντη και τον Χρήστο Ασλιχανίδη στο κεφαλόσκαλο, εκεί που ανέβαιναν για να «πάρουν» λίγον ήλιο στις στιγμές της ανάπαυλας, να τους λένε καλημέρα.

Σπάρτη 28-5-2026

Βαγγέλης  Μητράκος

Σχετικές δημοσιεύσεις