Οι κοινωνικές τάξεις και το σύστημα τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα επί Τουρκοκρατίας

ΤΑΞΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
  • Του Σωκράτη Π. Μάσσια, Φιλολόγου

Από την αρχή της τουρκικής υποδούλωσης της χώρας μας οι κατακτητές οργάνωσαν και προσάρμοσαν την ελληνική κοινωνία και την Τοπική Αυτοδιοίκηση κατά τρόπο που αφενός μεν να στερεώσουν την κυριαρχία τους, αφετέρου δε να εξασφαλίσουν την οικονομική τους σταθερότητα και την επάρκεια σε αγαθά και λοιπά υλικά μέσα και εφόδια.

Και για να επιτύχουν το στόχο τους εξόντωσαν (θανάτωσαν) όσους από την άρχουσα κυρίως τάξη αντέδρασαν και δεν υπέκυψαν στο τουρκικό καθεστώς, ενώ πολλούς άλλους ―ιδίως τους διανοούμενους― τους ανάγκασαν να καταφύγουν στη Δύση, στο δε πληθυσμό να επιβάλουν εξοντωτικούς φόρους και πολλά δοσίματα.

Κατά τον Άγγλο – Σκωτσέζο ιστορικό συγγραφέα Γ. Φίνλεϋ, ο οποίος βρέθηκε το 1823 στην Ελλάδα και έζησε πολλά χρόνια στο νεαρό ελληνικό κράτος και γνώρισε από πρώτο χέρι πρόσωπα και πράγματα του Αγώνα του ΄21, «… οι Έλληνες διαιρούνταν σε τέσσερις τάξεις, στον κλήρο, τους προεστούς, τον αστικό πληθυσμό ή τους αστούς και τον αγροτικό πληθυσμό ή τους χωρικούς … Κάθε μια από τις τάξεις αυτές συνδέονταν με διαφορετικούς δεσμούς με την Κυβέρνηση του σουλτάνου. Η θρησκεία, η γλώσσα και το μίσος τους κατά της οθωμανικής κυριαρχίας, ήταν ο μεταξύ τους ενωτικός δεσμός…» ( «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ», Λονδίνο 1861, μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά, 1954, σελ. 9).

Αναφορικά με τον τρόπο που λειτουργούσαν οι παραπάνω τέσσερεις κοινωνικές τάξεις θα επικαλεστούμε κατά χρονολογική σειρά τη μαρτυρία των παρακάτω ιστορικών συγγραφέων και διανοουμένων:

1) Η τάξη του κλήρου. Ο ανώνυμος συγγραφέας του έργου «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ» Ιταλία 1805, σελ. 98-100 αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής : «… Δια τούτο, λοιπόν, μετά δακρύων παρακαλώ τους σοφούς και εναρέτους άνδρας, όπου φέρουσιν το σεβάσμιον ένδυμα της ιερωσύνης, να με συγχωρέσουν, αν με άκραν τόλμην αποφασίζω να ελέγξω αυστηρώς τους ανάξιους και αμαθείς καλογήρους και να αποδείξω με γεωγραφικήν βεβαιότητα το πόσον κακόν προξενούν την σήμερον εις την Ελλάδα … Πόσον με λυπεί, όπου, αντί να επαινέσω αυτό το ιερόν τάγμα, η αλήθεια και το πατριωτικόν χρέος μου με βάζουσιν να το κατηγορήσω… Ω συ μιαρά Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως … ομοιάζεις τους ιερούς και θείους αποστόλους του Ιησού Χριστού; … Εσύ είσαι γεμάτη από χρήματα, όπου καθημερινά κλέπτεις από τους ταλαίπωρους χριστιανούς … Αλλά ποίος δεν γνωρίζει την άκραν ανευλάβειάν σου και ποίος δεν ηξεύρει πόσον γελοιωδώς και χλευαστικώς εκτελείς τας ιερουργίας; … Ω της δυστυχίας σας, άνθρωποι βάρβαροι και μωροί.. Έπρεπε να ξαναγυρίσει ο Χριστός, δια να σας φωτίσει, επειδή εσείς ούτε και στοχάζεσθε να ανοίξητε ποτέ εν βιβλίον, δια να λαμπρύνετε τον εσκοτισμένον σας νουν … Συ είσαι μία μάνδρα λύκων, όπου δεν υπακούεις τον ποιμένα σου και κατατρώγεις τα αθώα και πολλά ήμερα πρόβατα της Ορθοδόξου Εκκλησίας …». Ξεκάθαρη και κρυστάλλινη πατριωτική και χριστιανική θέση παίρνει ο ανώνυμος Έλληνας συγγραφέας, λίγα μόλις χρόνια πριν από τη κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης του ΄21, βρισκόμενος στην Ιταλία.

Κατά το Γ. Φίνλεϋ (ό.π.) «… Τα εκκλησιαστικά αξιώματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία καταλαμβάνονταν συχνότερα με τη δωροδοκία ενός Βεζύρη, παρά χάρη στις θεολογικές γνώσεις ή τη χριστιανική οσιότητα … Κοινό ήταν το αίσθημα, που επικρατούσε στους λαϊκούς, ότι οι επίσκοποι υπήρξαν μία από τις κύριες αιτίες του παρόντος ξεπεσμού του ελληνικού έθνους. Ούτε έτρεφαν οι Έλληνες γενικά καμμιά εκτίμηση στον ανώτατο κλήρο τους ή στους μοναχούς, από τους οποίους αναδεικνύονταν και οι ιεράρχες …». Αλλά ο Άγγλος στρατιωτικός διπλωμάτης και περιηγητής Γουλιέλμος Μαρτίνος Ληκ διαφοροποιείται από το Φίνλεϋ και φρονεί ότι «… Αυτό μέχρι ενός σημείου είναι άδικο. Γιατί, μ’ όλο που οι κληρικοί ήσαν συχνά όργανα καταπιέσεως και ένας επίσκοπος δύσκολα μπορούσε ν’ αποφύγει να συμπεριφέρεται σαν Τούρκος αξιωματούχος, ο κλήρος διατήρησε ζωντανή την ελληνική γλώσσα και παρεμπόδισε ίσως τη διάλυση της εθνικής ενότητας …» (Leakes «Travels in Nothern Greece – Περιήγηση στη βόρεια Ελλάδα» iv, 281).

Παραθέτουμε και την έποψη δύο νεώτερων πανεπιστημιακών και συγγραφέων, του Κ. Άμαντου και του Ν. Σβορώνου. Ο Κ. Άμαντος στο έργο του «Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων» Αθήνα 1955, σελ. 183 – 196, αναφέρει για το «ληστρικό χαρακτήρα της τουρκικής διοικήσεως», που δημιουργούσε «αιχμαλώτους, νεομάρτυρες και κρυφούς χριστιανούς». Κατά τον ίδιο ιστορικό συγγραφέα οι θάνατοι των Νεομαρτύρων φθάνουν τους 1.600 σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο δε Ν. Σβορώνος («Επισκόπηση της Ελληνικής Ιστορίας» Αθήνα 1986, σελ. 33) αναφέρει: «… Η Εκκλησία ήταν επικεφαλής της εθνικής αντίστασης … για το σταμάτημα των εξισλαμισμών, συμμετέχοντας σε όλες τις εξεγέρσεις … ρυθμίζει επίσης την πνευματική ζωή … τους Νεομάρτυρες της Εκκλησίας τους θεωρεί «ήρωες της χριστιανικής πίστης και της εθνικής αντίστασης».

2) Προεστοί: Η τάξη των προεστών αποτελούσε τρόπον τινά το υποκατάστατο μιας αριστοκρατίας, καθότι η πραγματική αριστοκρατία και ιδιαίτερα οι διανοούμενοι κατέφυγαν κυρίως στη Δύση, ενώ άλλοι εξοντώθηκαν και μια μικρή μερίδα διακεκριμένων οικογενειών πειθαναγκάστηκε να δεχτεί το Μωαμεθανισμό και να καταλάβει υψηλά αξιώματα στην υπηρεσία του σουλτάνου. Ήταν μια καλά ενορχηστρωμένη και προμελετημένη σατανική πολιτική του ευφυούς Μωάμεθ Β’ να θανατώσει κάθε Έλληνα που ασκούσε πολιτική επιρροή, αποσκοπώντας με τον τρόπο αυτό να γαληνεύσει τους υπόδουλους Έλληνες. Ο βοεβόδας ή μπέης (έπαρχος, νομάρχης) αγόραζε τους φόρους της περιφερείας του και στη συνέχεια τους υπενοικίαζε στους προεστούς (κοτζαμπάσηδες) και αυτοί με τη σειρά τους συνήθως τους υπενοικίαζαν κατά μικρότερα τμήματα στους τοπικούς άρχοντες (δημογέροντες) των κοινοτήτων. Με απλά λόγια οι δημόσιες πρόσοδοι της χώρας συντηρούσαν τρεις ξεχωριστές τάξεις φοροεισπρακτόρων σε βάρος των παραγωγικών τάξεων (πραματευτάδων, βιοτεχνών, καραβοκύρηδων, τεχνιτών, αγροτών, κτηνοτρόφων, σηροτρόφων (μεταξοπαραγωγών), μελισσοκόμων και λοιπών ασχολούμενων με την πανίδα και τη χλωρίδα).

3) Αστικός πληθυσμός: Η αδιαφορία των Τούρκων για τα γράμματα, τη βιοτεχνία και το εμπόριο, προσείλκυσε στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη, ικανό αριθμό χρήσιμων, χριστιανικού θρησκεύματος, πληθυσμιακών στοιχείων, εργατών, βιοτεχνών, εμπόρων, τεχνιτών, ναυτικών και λοιπών επαγγελματικών ειδικοτήτων. Από τη σύνθεση του εντόπιου πληθυσμού και των νέων κατοίκων που έφταναν ως εκεί, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, γεννιέται μια υποτυπώδης αστική τάξη, που, με την πάροδο του χρόνου, θα επεκταθεί και στις άλλες μεγαλουπόλεις και θα επηρεάσει πολυεπίπεδα τις εξελίξεις, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη σφυρηλάτηση της ελληνικής εθνικής συνείδησης (Ν. Σβορώνου «Επισκόπηση της Ελληνικής Ιστορίας» Αθήνα 2015, σελ. 44). Ο χριστιανικός πληθυσμός στις πόλεις γενικά της Τουρκίας χωρίζονταν σε συντεχνίες, επαγγελματικές οργανώσεις των υποδούλων, αλλά οι συντεχνίες των μουσουλμάνων κατόρθωναν να ρίξουν το βάρος των τοπικών υποχρεώσεων στους χριστιανούς.

4) Αγροτική τάξη: Η τάξη των χωρικών ή αγροτική τάξη (καλλιεργητές της γης, κτηνοτρόφοι κ.λπ.), εξ αιτίας φοροεισπρακτικών νόμων (χαράτσι, στρεμματικός φόρος, λοιπά δοσίματα) ήταν καθηλωμένη στη φτώχεια. Οι αρπαχτικές διαθέσεις των κοτζαμπάσηδων και των λοιπών τοπικών αρχόντων ανάγκαζαν τους αγρότες να ζητάνε με αναφορές τους ακόμα και στους Τούρκους για να γλυτώσουν από τις αρπαγές, τις αδικίες, τους τζερεμέδες και άλλα μύρια κακά (Σταματιάδου «Σαμιακά», τομ. 2).,

Αναφορικά με το σύστημα της τοπικής αυτοδιοίκησης, θα μπορούσαμε εκ προοιμίου να υποστηρίξουμε ότι πραγματική και ανεξάρτητη αυτοδιοίκηση δεν ήταν δυνατόν να ευδοκιμήσει, οπουδήποτε ήταν αναμεμειγμένη η κυρίαρχη τάξη των Μωαμεθανών με τον ελληνικό πληθυσμό, καθότι η εξουσία της ζωής και του θανάτου βρισκόταν στη διάθεση των τοπικών διοικητών. Κοινοτική ελευθερία και ανεξαρτησία υπήρχε μόνο εκεί όπου οι τοπικοί άρχοντες εκλέγονται απευθείας από το λαό και είναι υπόλογοι απέναντι στο νόμο. Εδώ όμως τί συνέβαινε; Παρότι επιτρέπονταν οι γενικές συνελεύσεις για την ανάδειξη των τοπικών αρχόντων (ένας θεσμός που ερχόταν από πολύ παλιά), η θέληση των ψηφοφόρων επηρεάζονταν από τα τζάκια και τον κλήρο. Οι τοπικοί άρχοντες που εκλέγονταν με τη διαδικασία αυτή ονομάζονταν δημογέροντες, προεστοί και κοτζαμπάσηδες. Στο Μοριά από κάθε χωριό εκλέγονταν δύο δημογέροντες και αυτοί ψήφιζαν τους δύο αντιπροσώπους για κάθε μία από τις 24 περιφέρειες. Όλοι αυτοί μια φορά το χρόνο μαζεύονταν στην Τρίπολη και καθόριζαν τους φόρους και τα διάφορα δοσίματα. Στη Μάνη οι κοινότητες είχαν φεουδαρχική ή και πατριαρχική οργάνωση (φάρες). Περιοριζόμαστε στο κοινοτικό σύστημα του Μοριά, με την παρατήρηση ότι στον υπόλοιπο χερσαίο και νησιωτικό χώρο η τοπική αυτοδιοίκηση ήταν διαφορετική, αλλά και εδώ τα δικαιώματα του λαού ως επί το πλείστον καταπατούνται. Αλλά «… Μ’ όλο που οι θεσμοί αυτοί δεν περικλείνανε την ενέργεια που χρειάζεται για να ξεσηκώσουν μια εθνική επανάσταση, βοηθήσανε τους Έλληνες να συντηρήσουν τον αγώνα τους κατά της οθωμανικής εξουσίας …» τονίζει ο Γ. Φίνλεϋ (ό.π. σελ. 14).

Σχετικές δημοσιεύσεις