
- Της Μαρίας Βούλγαρη
Αν κάποιος παρακολουθεί τις τελευταίες εξελίξεις στον χώρο της Κεντροαριστεράς και της ευρύτερης Αριστεράς, δύσκολα μπορεί να αποφύγει το συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα περίοδο πολιτικής κινητικότητας. Ή, για να το πούμε πιο απλά, σε μια περίοδο όπου όλοι ψάχνουν στέγη, αρχηγό, κόμμα ή έστω μια θέση στο επόμενο ψηφοδέλτιο.
Το υπό διαμόρφωση πολιτικό εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού συγκεντρώνει ήδη έντονο ενδιαφέρον. Μαζί με το ενδιαφέρον, όμως, εμφανίζονται και οι γνωστές παρενέργειες της ελληνικής πολιτικής ζωής. Όπου διακρίνεται πιθανότητα πολιτικής επιτυχίας, εμφανίζονται σχεδόν νομοτελειακά και οι κάθε λογής πρόθυμοι συνοδοιπόροι, επαναστάτες της τελευταίας στιγμής, επαγγελματίες μεταγραφόμενοι και πολιτικοί τουρίστες.
Την ίδια ώρα, στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, ένα μεγάλο μέρος των στελεχών μοιάζει να κοιτάζει προς μία μόνο κατεύθυνση: το εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα. Οι περισσότεροι συζητούν γι’ αυτόν, οι υπόλοιποι περιμένουν να δουν τι θα κάνει και αν θα τους καλέσει και ελάχιστοι δείχνουν διατεθειμένοι να χαράξουν διαφορετική πορεία. Αν πιστέψει κανείς ορισμένα μέσα ενημέρωσης, ο πρώην πρωθυπουργός δεν επιστρέφει απλώς. Προελαύνει! Σχεδόν ακούγονται τύμπανα και εμβατήρια κάθε φορά που δημοσιεύεται σχετικό ρεπορτάζ.
Στη Νέα Αριστερά η εικόνα δεν είναι ακριβώς πιο ξεκάθαρη. Ένα τμήμα στελεχών επιμένει στην αυτόνομη πορεία, ενώ ένα άλλο δείχνει να κοιτάζει με ενδιαφέρον προς τον Γιάνη Βαρουφάκη. Οι πολιτικές αποστάσεις μικραίνουν, οι ιδεολογικές διαφορές γίνονται πιο ελαστικές και οι παλιές κόκκινες γραμμές αρχίζουν να μοιάζουν με μολυβιές που σβήνουν εύκολα.
Και κάπου εκεί βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ, το οποίο παρακολουθεί όλες αυτές τις κινήσεις με εμφανή νευρικότητα. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Κάθε φορά που το όνομα του Τσίπρα επιστρέφει στο πολιτικό προσκήνιο, στη Χαριλάου Τρικούπη παθαίνουν… ταραχή! Είναι ένα είδος πολιτικού αντανακλαστικού που έχει εξελιχθεί σε μόνιμο σύνδρομο. Το λένε και «σύνδρομο Τσίπρα».
Από την άλλη πλευρά, ο Αντώνης Σαμαράς συνεχίζει τη δική του πορεία, αργά αλλά σταθερά, υπενθυμίζοντας κατά καιρούς ότι παραμένει παρών. Χωρίς βιασύνη, χωρίς άγχος και κυρίως χωρίς να συμμετέχει στην καθημερινή παρέλαση σεναρίων που κατακλύζουν την πολιτική επικαιρότητα.
Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, μια φίλη με κοφτερό μυαλό έδωσε ίσως την πιο εύστοχη περιγραφή της κατάστασης. Αφού άκουσε όλα τα σενάρια, όλες τις διαρροές, όλες τις φιλοδοξίες και όλες τις μετακινήσεις, χαμογέλασε και είπε:
«Στο τέλος, με το μυαλό που έχουν, ο Μητσοτάκης θα τους πληρώσει και τα παράβολα να κατέβουν στις εκλογές!»
Υπερβολή; Ίσως.
Αλλά όταν οι αντίπαλοι ξοδεύουν περισσότερο χρόνο ψάχνοντας αρχηγούς, συμμαχίες και πολιτικές σανίδες σωτηρίας παρά οικοδομώντας πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας, η ατάκα ακούγεται λιγότερο ως αστείο και περισσότερο ως πολιτική διάγνωση.
Και κάπως έτσι, ενώ οι υπόλοιποι μετρούν στρατόπεδα, μεταγραφές και προσωπικές στρατηγικές, στο κυβερνητικό επιτελείο μπορεί να παρακολουθούν με ενδιαφέρον το θέαμα. Άλλωστε, τίποτε δεν βολεύει περισσότερο μια κυβέρνηση από μια αντιπολίτευση που μοιάζει να ψάχνει ακόμη τον εαυτό της.
Και αν συνεχιστεί αυτό το πανηγύρι, δεν αποκλείεται κάποια μέρα να δούμε την ατάκα να μετατρέπεται σε πολιτικό σύνθημα: «Παράβολα πληρωμένα, αντιπολίτευση διασπασμένη και όλοι ευχαριστημένοι».
