Mοιρολόγια της Γορτυνίας

1 Νοε 2012  /   Χωρίς Σχόλια

Ν Ε Ε Σ  Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ

Απόστολος Ι. Γιαννόπουλος, Μοιρολόγια της Γορτυνίας (Β’ έκδοση), εκδόσεις ΦΥΛΛΑ, Τρίπολη 2012, σσ. 128

Γράφει ο ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

Μοιρολόγια της Γορτυνίας

Στη σειρά των εκδόσεων με τίτλο ΑΡΚΑΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, την οποία έχουν καθιερώσει οι εκδόσεις ΦΥΛΛΑ του φίλου Δημ. Χαρ. Μητρόπουλου, νέου Αρκάδα και αξιόλογου δημοσιογράφου και εκδότη, ετέθη σε κυκλοφορία η παρούσα εργασία του Γορτύνιου Απ. Ι. Γιαννόπουλου.
Ο συγγραφέας κατάγεται από τη Δόξα Γορτυνίας, την πάλαι ποτέ γνωστή ως Βρετουμπούγα, και έχει σπουδάσει Τεχνολόγος Τοπογράφος στα ΤΕΙ Αθηνών. Το έργο αποτελεί καρπό 25ετούς μόχθου και προσωπικής επιτόπιας έρευνας. Τα μοιρολόγια έχουν καταγραφεί είτε σε σχετικές κοινωνικές περιστάσεις, είτε από αυθεντικές αποδόσεις γυναικών της περιοχής. Το βιβλίο, που είναι αρκετά φροντισμένο, ο συγγραφέας το αφιερώνει στη μνήμη του πατέρα του Γιάννη.
Στην μακρά Εισαγωγή του βιβλίου παρουσιάζονται όλα τα ήθη και έθιμα του λαού μας, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες για το θάνατο και τους νεκρούς, αλλά και η διαδικασία που ακολουθείτο παλαιότερα από τη στιγμή που ο ετοιμοθάνατος έπνεε τα λοίσθια, μέχρι την κηδεία του, την εξόδιο ακολουθία, την ταφή, τα μνημόσυνα, την εκταφή του, και όλα τα σχετικά.
Αν σκεφτεί κανείς πόσα έχουν αλλάξει στον καιρό μας και πόσα ταφικά έθιμά μας έχουν χαθεί, θα εκτιμήσει περισσότερο την φιλότιμη προσπάθεια του συγγραφέα να διασώσει από τη λήθη ό,τι είναι δυνατόν, όσο είναι ακόμα καιρός. Αν δεν ήταν και η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, να περισώσει και να εμπλουτίσει μερικά πανάρχαια ελληνικά ταφικά έθιμα, σίγουρα ο σύγχρονος αποδομητής «πολιτισμός» μας δεν θα είχε αφήσει τίποτε όρθιο!
Σήμερα οι κηδείες έχασαν την ουσία τους. Κατάντησαν μια απλή γραφειοκρατική διεκπεραίωση από τα σχετικά «γραφείων τελετών», χωρίς ξενύχτια και «σκουσμάρια», χωρίς μοιρολόγια και θρήνους. Έγιναν μάλλον ευκαιρίες για κοινωνική επίδειξη της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, όπου τα «ψυγεία» αντικατέστησαν τα νεκροκρέββατα, και τα βαρύτιμα στεφάνια την βαθύτερη ψυχική συμμετοχή και μέθεξη συμπατριωτών και φίλων.
Στη δίνη του πανδαμάτορα χρόνου φαίνεται ότι πάνε να πέσουν όχι μόνο τα ήθη και τα έθιμά μας, αλλά και τα τόσο συγκινητικά και σπαραξικάρδια μοιρολόγια, που συνόδευαν τα αγαπημένα πρόσωπα και τα οποία παραστατικά εκφράζανε την ψυχή του ευαίσθητου και φιλοσοφημένου λαού μας. Τα μοιρολόγια ήσαν θλιβερά τραγούδια των λυπημένων και όλων των συγχωριανών που παραστέκαν το νεκρό, γεμάτα πόνο για την ανθρώπινη απώλεια και παράπονο για την κακή τύχη του πεθαμένου.
Τα ελληνικά μοιρολόγια αποτελούν ύμνους στη χαρά της ζωής και στις ομορφιές του Επάνω Κόσμου, αλλά και φιλοσοφικές καταφάσεις στην παντοδυναμία του Θανάτου. Τα μοιρολόγια οι παλαιότεροι τα έγραφαν μ υ ρ ο λ ό γ ι α. Και πράγματι, τα θρηνώδη αυτά άσματα, με την εκτονωτική και λυτρωτική λειτουργία τους, έχυναν στις ψυχές των πονεμένων μύρο παρηγοριάς και βάλσαμο εγκαρτέρησης και υπομονής.
Τα μοιρολόγια του λαού μας είναι η καλύτερη απόδειξη για τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού, αφού μας πάνε πίσω στις αρχαίες ρίζες μας, με ελάχιστη ή μηδαμινή επίδραση από τις δύο χιλιάδες χρόνια χριστιανικού βίου. Ο Έλληνας ποτέ δε είδε το Θάνατο σαν είσοδο σε μιαν άλλη αιώνια ζωή, αλλά σαν οδυνηρή και ανεπίστρεπτη φυγή από την παρούσα και μοναδική.
Το βιβλίο του κ. Γιαννόπουλου είναι ενδιαφέρον και χρήσιμο. Έρχεται να καλύψει κάποιο κενό, δεδομένου ότι δεν διαθέτουμε πολλά δημοσιευμένα έργα με συλλογές γορτυνιακών μοιρολογιών. Αν εξαιρέσει κανείς τις παλαιότερες συλλογές του Βυτιναίου ιερέα και σχολάρχη Π. Παπαζαφειρόπουλου (1887) με 46 μοιρολόγια και του Λαγκαδινού Γυμνασιάρχη Βασ. Ιω. Τσαφαρά (1963) με 25, γορτυνιακά μοιρολόγια βρίσκουμε επίσης σε γενικότερες λαογραφικές συλλογές, όπως αυτές του Βυτιναίου δασκάλου Λεων. Αναγνωστόπουλου (2004), και διαφόρων άλλων. Εξάλλου, στο Κέντρο Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών υπάρχει χειρόγραφη συλλογή του παλαιού Στεμνιτσιώτη λαογράφου Χαρ. Σακελλαριάδη του 1917 στην οποία 160 σελίδες περιλαμβάνουν γορτυνιακά μοιρολόγια.
Δεν χρειάζεται να αναλύσω την λογοτεχνική αξία των γορτυνιακών μοιρολογιών. Όπως και τα υπόλοιπα δημοτικά μας τραγούδια, έτσι και αυτά, αποτελούν μικρά ελεγειακά αριστουργήματα γεμάτα δραματικότητα και πάθος, αντάξια της ποιητικής στόφας του ελληνικού ψυχισμού. Για τον Έλληνα, η ζωή είναι «μέγα αγαθό και πρώτο»! Έλληνας ήταν ο Αχιλλέας που ομολογούσε στον Οδυσσέα ότι προτιμούσε να είναι ο φτωχότερος άνθρωπος στον Επάνω Κόσμο, παρά βασιλιάς στον Κάτω.
Τα μοιρολόγια είναι βέβαια κατά κύριο λόγο άσματα, που τραγουδιούνται και μάλιστα ομαδικά, υπό δεδομένες ειδικές συνθήκες, συναισθηματικά φορτισμένες. Όμως, και ως αναγνώσματα αν τα διαβάσει κανείς θα απολαύσει την ποιητική τέχνη τους και το βάθος του περιεχομένου τους. Και δεν μπορεί βέβαια παρά να συγκινηθεί αφάνταστα, συγχρόνως όμως να χαρεί βλέποντας πώς ο ανθρώπινος πόνος μετατρέπεται σε υψηλόφρονα ελεγειακή τέχνη.
Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στον ερασιτέχνη λαογράφο κ. Γιαννόπουλο, που με αγάπη και υπομονή κατέγραψε και διέσωσε τόσα πολλά γορτυνιακά μοιρολόγια. Και μόνο ότι ασχολήθηκε με αυτό το θέμα, δείχνει την αγάπη του και το σεβασμό του προς τη λαϊκή μας παράδοση που ανέθρεψε αμέτρητες γενεές απλών, αλλά πραγματικών ανθρώπων και Ελλήνων.
Όμως, θα ήθελα να κάνω δύο καλοπροαίρετες επισημάνσεις, όχι βέβαια για να απογοητεύσω τον νέο και φιλότιμο λαογράφο ή να του μειώσω τον ενθουσιασμό, αλλά για να τα έχει υπόψη του σε μελλοντικές ανάλογες εργασίες του:
α) Η πρώτη μου παρατήρηση αφορά τη στιχουργική μορφή των περισσότερων μοιρολογιών στο παρόν βιβλίο. Όπως τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια, έτσι και τα μοιρολόγια, είναι γραμμένα στον 15σύλλαβο στίχο, γνωστόν και ως «πολιτικό». Θεωρώ ότι κακώς ο συλλογέας έχει μεταγράψει τα περισσότερα μοιρολόγια με διασπασμένο τον δημοτικό 15σύλλαβο σε δύο ημιστίχια, 8 και 7 συλλαβών. Έπρεπε να τηρηθεί οπωσδήποτε ο παραδοσιακός 15σύλλαβος δημοτικός στίχος στην παραδεδομένη μορφή του.
β) Η δεύτερη παρατήρηση αφορά σε μερικές γλωσσικές λεπτομέρειες της μεταγραφής πάμπολλων μοιρολογιών. Είναι σωστό τα έργα του παραδοσιακού λόγου να καταγράφονται όπως ακούγονται, δηλ. χωρίς «λόγιες» παρεμβάσεις και διορθωτικές επεμβάσεις. Κάτι τέτοιο επιβάλλεται και από τους επίσημους κρατικούς λαογραφικούς φορείς. Όμως, νομίζω ότι αποτελεί υπερβολική σχολαστικότητα, που αγγίζει τα όρια της γλωσσικής βαρβαρότητας, να γράφει ο συλλογέας: «πως δε νπονούν τα ξένα», «κι α νέχεις», «το χώμα πο τη νάλλη», «α ντουσε βρεις», «πα ντα πουλάκια για βοσκή», «δε ντόλπιζα», «τριω νημερών», και εκατοντάδες άλλα παρόμοια. Ο συλλογέας έτσι φτάνει σε παραλογισμούς τύπου «νεφτού» (δηλ. ν-ευτού, με το ευφωνικό ν), ή πιο χειρότερα στο ανύπαρκτο ουσιαστικό «Νάδης» (δηλ. ν- Άδης)! Χωρίς να προσθέτει τίποτε αυτός ο τρόπος στην πιστότητα της μεταγραφής, αλλοιώνει απαράδεκτα τη γλωσσική μορφή της γορτυνιακής διαλέκτου και την κάνει αγνώριστη, γιατί όχι, την κακοποιεί βάναυσα.
Και μία κατακλείδεια παρατήρηση: Τα μοιρολόγια αποκλείεται να μιλούν για «τα βουνά της Μάνης». Μιλούν, ευλόγως και ασφαλώς, για «τα βουνά της Άρνης», όπως άλλωστε μιλούν και για της «αρνεσιάς» ή «λησμονιάς τη βρύση», την οποία τόσο ωραία έχει απαθανατίσει και ο Λορέντζος Μαβίλης στη γνωστή «Λήθη» του. (Τηλ. εκδότη 2710.235180).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παρακαλώ, απαντήστε στο ερώτημα *