
- Του Δημ. Μητρόπουλου
Η πολιτική ωρίμανση δεν είναι πάντα προϊόν ιδεολογικής ζύμωσης ή κομματικής διαδρομής. Συχνά γεννιέται βίαια, μέσα από την απώλεια, την αδικία και την αδυναμία του πολίτη να βρει το δίκιο του σε ένα σύστημα που υποτίθεται ότι υπάρχει για να τον προστατεύει. Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού εντάσσεται ακριβώς σε αυτή την κατηγορία: δεν πρόκειται για μια επαγγελματία της πολιτικής, αλλά για μια γυναίκα που, αφού εξάντλησε κάθε θεσμικό δρόμο, βρέθηκε αντιμέτωπη με το κενό της δικαιοσύνης και αποφάσισε να το αμφισβητήσει πολιτικά.
Είναι εύκολο –και βολικό– να χαρακτηρίζεται αυτή η επιλογή «ουτοπική». Όχι επειδή η επιδίωξη της αλλαγής είναι παράλογη· κάθε άλλο. Αλλά επειδή το πολιτικό σύστημα, όπως έχει διαμορφωθεί ιστορικά, έχει την τάση να αφομοιώνει, να φθείρει και τελικά να αναπαράγει τις ίδιες παθογένειες που υποτίθεται ότι καλείται να πολεμήσει. Η τραγική ειρωνεία είναι πως πολλά εγχειρήματα που γεννήθηκαν από κοινωνική αγανάκτηση κατέληξαν, με το πέρασμα του χρόνου, να μοιάζουν –αν όχι να ξεπερνούν σε κυνισμό– στο καθεστώς που αρχικά κατήγγειλαν.
Ωστόσο, αυτός ο κίνδυνος δεν ακυρώνει ούτε το ηθικό βάρος ούτε τη νομιμοποίηση της προσπάθειας. Το αντίθετο: καθιστά άδικες και μικρόψυχες τις επιθέσεις που δέχεται η Καρυστιανού για το «απονενοημένο διάβημα» της δημιουργίας πολιτικού φορέα. Όταν σου αφαιρούν το δίκιο με τον πιο οδυνηρό τρόπο, η πολιτική παύει να είναι θεωρία και γίνεται ανάγκη. Όπως συνέβη και με άλλες εμβληματικές μορφές γονιών που, μέσα από την απώλεια, αναγκάστηκαν να αναμετρηθούν με τη γύμνια του κράτους και να παραδεχτούν –συχνά δημόσια– την αφέλειά τους στο να το εμπιστευτούν.
Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις, που φέρνουν το υπό ίδρυση κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού στη δεύτερη θέση, πριν καν αποκτήσει όνομα ή στελέχωση, δεν λένε τόσο πολλά για την ίδια όσο για το πολιτικό τοπίο. Αποτυπώνουν την κοινωνική απελπισία, την αποστροφή προς τα «αποστεωμένα» κόμματα και την ανάγκη για κάτι που να μοιάζει έστω διαφορετικό. Και εδώ ακριβώς τα αυτοαποκαλούμενα «προοδευτικά» κόμματα εκτίθενται: αντί να αφουγκραστούν το μήνυμα, αντιστρατεύονται με σκαιό τρόπο κάθε κίνηση που αναδύεται από την κοινωνία, προδίδοντας την ίδια τους τη ρητορική.
Το ίδιο ισχύει και για τις πρόχειρες, κακόπιστες συγκρίσεις με τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και τις μυθολογίες περί «120.000 δισεκατομμυρίων χρέους». Τέτοιοι παραλληλισμοί δεν αδικούν μόνο ένα κόμμα στο οποίο φορτώθηκαν συλλογικές αμαρτίες δεκαετιών, αλλά υπονομεύουν κάθε νέα προσπάθεια πριν καν γεννηθεί. Η πρωτοβουλία της Καρυστιανού δεν δείχνει –τουλάχιστον ακόμη– να ανακυκλώνει επαγγελματίες καρεκλοκένταυρους ή φθαρμένα σχήματα εξουσίας. Και μόνο γι’ αυτό αξίζει κριτική με μέτρο, όχι απαξίωση.
Ίσως, τελικά, το πραγματικά ουτοπικό δεν είναι η προσπάθεια αλλαγής, αλλά η εμμονή ενός συστήματος να πιστεύει πως μπορεί επ’ άπειρον να αγνοεί την κοινωνία χωρίς συνέπειες.
Με άλλα λόγια:
Όταν το δίκιο συντρίβεται στους διαδρόμους της εξουσίας, η πολιτική παύει να είναι επιλογή και γίνεται καταφύγιο ανάγκης. Η εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού στο δημόσιο πεδίο δεν είναι κομματικό τέχνασμα, αλλά σύμπτωμα μιας κοινωνίας που δεν αντέχει άλλο να σιωπά. Πίσω από τις δημοσκοπήσεις και τις επιθέσεις, κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα: ποιος φοβάται πραγματικά την πολιτικοποίηση της οδύνης;
Πιο ποιητικά:
«Ορθά λογάς, σαν δεν ζητάς
ελεημοσύνη,
τι φύση θέλησε τους δυνατούς·
μα αν προσπερνάς
και στου γενναίου την οδύνη
είναι μ’ να ασεβείς προς τους θεούς.
(Χρήστος Παραλογγίτης, από τη συλλογή «Πένθιμη Ανεμώνη», εκδόσεις «ΦΥΛΛΑ» 1996.)
