Η Δημοκρατία δείχνει να θέλει να θωρακίσει τη Φωνή της

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Η ασφάλεια των δημοσιογράφων δεν αποτελεί πλέον ένα στενά επαγγελματικό ζήτημα. Είναι υπόθεση δημοκρατίας, κράτους δικαίου και θεσμικής ανθεκτικότητας. Το πρώτο ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων, που παρουσίασε ο Γενικός Γραμματέας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, Δημήτρης Κιρμικίρογλου, έρχεται να απαντήσει σε μια πραγματικότητα που αλλάζει με ταχύτητα: την αύξηση των φυσικών, νομικών και ψηφιακών απειλών που αντιμετωπίζουν οι λειτουργοί της ενημέρωσης.

Το σχέδιο, με ορίζοντα υλοποίησης έως το 2030, δεν αποτελεί μια αποσπασματική πρωτοβουλία. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική που τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει η κυβέρνηση για τη στήριξη του Τύπου και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας και ανεξαρτησίας του. Προηγήθηκαν η θεσμοθέτηση των Μητρώων Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου, η πρόβλεψη για ελάχιστο ποσοστό της διαφημιστικής δαπάνης των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου προς τον περιφερειακό Τύπο, καθώς και η αυστηροποίηση των διατάξεων που αφορούν την εργασιακή ασφάλεια δημοσιογράφων και εργαζομένων στα μέσα ενημέρωσης.

Σήμερα, όμως, η Πολιτεία επιχειρεί να αγγίξει την «καρδιά» του προβλήματος. Να προστατεύσει τον ίδιο τον δημοσιογράφο. Εκείνον που συχνά βρίσκεται αντιμέτωπος με απειλές, εκφοβισμό, ψηφιακές επιθέσεις, στοχοποίηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμη και με φυσικούς κινδύνους σε εμπόλεμες ή έκτακτες συνθήκες. Τα στοιχεία είναι αμείλικτα: εκατοντάδες δημοσιογράφοι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους ή διώκονται εξαιτίας του έργου τους, ενώ η ατιμωρησία παραμένει διεθνώς ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα.

Στην ελληνική δημόσια συζήτηση, το θέμα των καταχρηστικών αγωγών SLAPP βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και αρμόδιος υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ, Παύλος Μαρινάκης, δέχεται συχνά σχετικές ερωτήσεις κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών. Οι αγωγές αυτές δεν αποσκοπούν πάντοτε στην απονομή δικαιοσύνης. Συχνά λειτουργούν ως μηχανισμοί οικονομικής εξόντωσης, ψυχολογικής πίεσης και φίμωσης ερευνητών και δημοσιογράφων που ασχολούνται με ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος.

Γι’ αυτό και ιδιαίτερη σημασία αποκτά η συνεργασία της Πολιτείας με τη Δικαιοσύνη. Η παρέμβαση της προέδρου της Εθνικής Σχολής Δικαστών, Ταξιαρχίας Κόμβου, κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης χθες στην αίθουσα της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, ανέδειξε ακριβώς αυτή τη διάσταση. Η Δικαιοσύνη και ο Τύπος αποτελούν τους δύο θεμελιώδεις πυλώνες μιας υγιούς δημοκρατίας. Ο ένας ελέγχει την εξουσία, ο άλλος εγγυάται τα δικαιώματα και την ισονομία. Όταν ο δημοσιογράφος δεν αισθάνεται ασφαλής, η κοινωνία χάνει ένα κρίσιμο εργαλείο ελέγχου και διαφάνειας.

Η εκπαίδευση των Ελλήνων δικαστών πάνω στις σύγχρονες προκλήσεις της ελευθερίας του Τύπου συνιστά ίσως την πιο ουσιαστική επένδυση του νέου σχεδιασμού. Διότι η προστασία της δημοσιογραφίας δεν εξαντλείται σε νομοθετικές προβλέψεις. Απαιτεί βαθιά κατανόηση του ρόλου που επιτελεί η ενημέρωση σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ο δημοσιογράφος δεν βρίσκεται απέναντι από τη Δικαιοσύνη. Είναι, με έναν ευρύτερο θεσμικό τρόπο, συλλειτουργός της.

Δεν είναι τυχαία η ιστορική ρήση του Γερμανού πολιτικού και δημοσιογράφου Γιόζεφ Μάγερ ότι «η δημοσιογραφία είναι η ψυχή της Δικαιοσύνης». Διότι χωρίς αποκάλυψη, χωρίς έρευνα, χωρίς δημόσιο έλεγχο, η αλήθεια δυσκολεύεται να φτάσει στον φυσικό της προορισμό: την απονομή δικαίου. Και χωρίς αλήθεια, Δικαιοσύνη δεν υπάρχει.

Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων έρχεται να επιβεβαιώσει ακριβώς αυτή την παραδοχή. Ότι η προστασία του δημοσιογράφου δεν αφορά μόνο έναν επαγγελματικό κλάδο. Αφορά το δικαίωμα κάθε πολίτη να γνωρίζει, να ενημερώνεται και να ελέγχει την εξουσία. Αφορά την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία της χώρας. Γιατί, τελικά, η ασφάλεια των δημοσιογράφων είναι η ασφάλεια της Δημοκρατίας.

Δημ. Μητρόπουλος

Σχετικές δημοσιεύσεις