
Την επιτακτική ανάγκη άμεσης λήψης μέτρων για τη στήριξη των μικρών και πολύ μικρών εμπορικών επιχειρήσεων αναδεικνύει η Πελοποννησιακή Ομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΠΟΕΕ), με επιστολή που απέστειλε προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη. Μέσα από το κείμενό της, η Ομοσπονδία περιγράφει ένα ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον, το οποίο –όπως υποστηρίζει– απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στην ελληνική περιφέρεια.
Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, «η οικονομική δυσπραγία στην αγορά γίνεται πλέον ασφυκτική», με την ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τα υψηλά ενοίκια να δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή, η ΠΟΕΕ αναφέρεται και στις διεθνείς εξελίξεις, τονίζοντας ότι «οι διάφορες εστίες πολέμου […] επιτείνουν τα προαναφερθέντα προβλήματα στο μέγιστο βαθμό», ενισχύοντας την αβεβαιότητα και περιορίζοντας περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες –σύμφωνα με την επιστολή– δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις. «Μειώνεται ο τζίρος τους και τα κέρδη τους σε επίπεδα μη βιώσιμα και τέλος κλείνουν», αναφέρεται, ενώ σημειώνεται ότι από το 2010 μέχρι σήμερα έχει οδηγηθεί σε παύση λειτουργίας περίπου το 60% αυτών. Ακόμη και όσες παραμένουν ενεργές, «υποφέρουν κάτω από το αυξημένο λειτουργικό κόστος και τη δραματική μείωση της κατανάλωσης».
Η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο επιβαρυμένη στην ελληνική περιφέρεια, όπου, όπως τονίζει η Ομοσπονδία, το αγροτικό εισόδημα έχει υποστεί σημαντική καθίζηση, οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν περιοριστεί και παρατηρείται έντονη φυγή πληθυσμού, κυρίως νέων, προς τα αστικά κέντρα. «Οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν […] έναν βασικό πυλώνα της κοινωνίας και της τοπικής οικονομίας», σημειώνεται, προειδοποιώντας ότι η περαιτέρω συρρίκνωσή τους θα έχει σοβαρές επιπτώσεις τόσο στην οικονομία όσο και στην κοινωνική συνοχή.
Στο επίκεντρο της κριτικής της ΠΟΕΕ βρίσκεται και το αυξημένο κόστος που συνεπάγεται ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Όπως επισημαίνεται, «η προσπάθεια της Κεντρικής Διοίκησης […] έχει προσθέσει υπερβολικό κόστος στις επιχειρήσεις», μέσω υποχρεώσεων όπως η διασύνδεση ταμειακών μηχανών με POS, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, το σύστημα myDATA, η υποχρεωτική χρήση τραπεζικών συναλλαγών και άλλες ψηφιακές διαδικασίες. «Εκμηδενίζει το περιθώριο κέρδους και αυξάνει τη γραφειοκρατία, αντί να την μειώνει», αναφέρεται χαρακτηριστικά, με την Ομοσπονδία να ζητά αντισταθμιστικά μέτρα από το κράτος, κυρίως μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων.
Παράλληλα, η ΠΟΕΕ χαρακτηρίζει «απαράδεκτο» το τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης, επισημαίνοντας ότι δημιουργεί «τεράστιες αδικίες και κραυγαλέες ανισότητες», ιδιαίτερα λόγω της σύνδεσής του με τον κατώτατο μισθό. Ζητά, μάλιστα, την εξαίρεση του εμπορίου από το συγκεκριμένο σύστημα.
Στις προτάσεις της Ομοσπονδίας περιλαμβάνεται επίσης η αύξηση του ορίου απαλλαγής από τον ΦΠΑ για μικρές επιχειρήσεις με ετήσιο τζίρο έως 60.000 ευρώ, καθώς και ο εξορθολογισμός των φορολογικών προστίμων, τα οποία –όπως σημειώνεται– λειτουργούν ως «όπλα ξαφνικού θανάτου» για τις μικρές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα όταν αφορούν τυπικές παραβάσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην ανάγκη θεσμοθέτησης ενός λειτουργικού ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού, μέσω του οποίου θα μπορούν να πραγματοποιούνται βασικές συναλλαγές, καθώς και στη δημιουργία νέας ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών έως και 120 δόσεις, χωρίς αποκλεισμούς και με ευνοϊκούς όρους για συνεπείς οφειλέτες.
Τέλος, η ΠΟΕΕ ζητά την ενίσχυση των κινήτρων για συνεπείς επιχειρήσεις, προτείνοντας αύξηση της έκπτωσης φόρου εισοδήματος στο 10% για όσους υποβάλλουν έγκαιρα τη δήλωσή τους και εξοφλούν εφάπαξ τον φόρο.
«Το Κράτος πρέπει να βρει έναν τρόπο να αντισταθμίσει το κόστος του ψηφιακού μετασχηματισμού», καταλήγει η Ομοσπονδία, καταθέτοντας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προτάσεων με στόχο τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των μικρών επιχειρήσεων.
