Χρειαζόμαστε μια καινούργια άνοιξη

ΕΚΛΟΓΕΣ

Εκλογές γίνονται. Κυβερνήσεις αλλάζουν. Προγράμματα εξαγγέλλονται, υπουργοί έρχονται και παρέρχονται, δημοσκοπήσεις ανεβοκατεβάζουν ποσοστά και η δημόσια συζήτηση γεμίζει κάθε μέρα από δηλώσεις, αντιδηλώσεις και μικρές κομματικές μάχες.

Το βασικό ερώτημα, όμως, παραμένει σχεδόν ανέγγιχτο:

Ποιος είναι ο εθνικός σκοπός;

Τι θέλουμε να είναι η Ελλάδα ύστερα από είκοσι ή τριάντα χρόνια; Μια χώρα υπηρεσιών και κατανάλωσης; Μια χώρα που θα πουλά σταδιακά τη γη, τις υποδομές και τα παραγωγικά της εργαλεία για να καλύπτει τις ανάγκες του σήμερα; Ή μια χώρα που θα παράγει, θα διαθέτει δική της τεχνογνωσία, θα κρατά τα παιδιά της εδώ και θα μπορεί να υπερασπίζεται τις επιλογές της;

Χωρίς απάντηση σε αυτά, η πολιτική καταντά απλή διαχείριση.

Η αποπληρωμή του χρέους, η δημοσιονομική ισορροπία και η αξιοπιστία της χώρας είναι ασφαλώς σημαντικά. Δεν αρκούν όμως για να αποτελέσουν εθνικό σχέδιο. Ένα κράτος δεν υπάρχει μόνο για να πληρώνει τις υποχρεώσεις του. Υπάρχει για να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η κοινωνία του να παράγει, να μορφώνεται, να προοδεύει και να αναπαράγεται.

Εθνικός σκοπός σημαίνει πρώτα απ’ όλα παραγωγική ανασυγκρότηση.

Να ξέρουμε τι θέλουμε να παράγουμε. Σε ποιους τομείς επιδιώκουμε ελληνική τεχνογνωσία. Ποια στρατηγικά αγαθά δεν επιτρέπεται να εγκαταλείψουμε ολοκληρωτικά στην εξάρτηση από τρίτους. Πώς θα στηριχθούν η γεωργία, η μεταποίηση, η ενέργεια, η έρευνα, η τεχνολογία και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Σημαίνει όμως και κάτι βαθύτερο: ποιος συμμετέχει στον πλούτο που παράγεται.

Εδώ η παλιά συζήτηση του Μαρξ για την παραγωγή, την ιδιοκτησία και τη διανομή παραμένει χρήσιμη, όχι ως θρησκευτικό δόγμα ούτε ως πρόσκληση για έναν παντοδύναμο κρατικό μηχανισμό, αλλά ως ερώτημα: ποιος αποφασίζει μέσα στην οικονομία και ποιος καρπώνεται το αποτέλεσμα;

Η δημοκρατία δεν μπορεί να σταματά στην πόρτα του εργοστασίου, της επιχείρησης ή της δημόσιας διοίκησης.

Χρειάζεται συμμετοχή των εργαζομένων, πραγματικοί συνεταιρισμοί, ισχυρή αυτοδιοίκηση, κοινωνικός έλεγχος, λογοδοσία και αποκέντρωση των αποφάσεων. Χρειάζεται ένας πολίτης που δεν θα παρακαλά το κομματικό γραφείο, αλλά θα έχει δικαίωμα, γνώση και ευθύνη.

Και εδώ ίσως συναντώνται ιδέες που η σημερινή κομματική γλώσσα παρουσιάζει ως ασυμβίβαστες.

Ο κοινωνικός προβληματισμός της Αριστεράς, η ελευθερία του κλασικού φιλελευθερισμού, η οικολογική ευθύνη των Πράσινων, η μέριμνα για την εθνική κυριαρχία και ένας δημοκρατικός σχεδιασμός της οικονομίας δεν είναι υποχρεωτικά εχθροί μεταξύ τους.

Ένα κράτος μπορεί να σχεδιάζει χωρίς να είναι αυταρχικό.

Μπορεί να προστατεύει στρατηγικούς τομείς χωρίς να κλείνεται στον εαυτό του.

Μπορεί να είναι εθνοκεντρικό χωρίς να γίνεται εθνικιστικό.

Μπορεί να υπερασπίζεται την εθνική του περιουσία, την παραγωγική του βάση και τη δυνατότητα των επόμενων γενεών να αποφασίζουν για τον τόπο τους, χωρίς να αρνείται τις διεθνείς συνεργασίες.

Γιατί εθνική αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει απομόνωση. Σημαίνει να συνεργάζεσαι χωρίς να αυτοκαταργείσαι.

Και υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα που προηγείται σχεδόν όλων: ο άνθρωπος.

Τι νόημα έχει ένα κράτος που εμφανίζει καλούς δείκτες, αν ο νέος δεν μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια, αν ο επιστήμονας φεύγει, αν ο επαγγελματίας ζει διαρκώς με την αγωνία του χρέους και αν ο πολίτης αισθάνεται ότι η μόνη πολιτική του δύναμη είναι ένα ψηφοδέλτιο κάθε τέσσερα χρόνια;

Αυτά θα έπρεπε να συζητούμε πριν από τις επόμενες εκλογές.

Όχι ποιος θα γίνει υπουργός. Όχι ποιος θα ιδρύσει ακόμη ένα κόμμα. Όχι ποιος θα εμφανιστεί ως ο επόμενος σωτήρας.

Το ερώτημα πρέπει να προηγείται των προσώπων:

Ποια Ελλάδα θέλουμε;

Και αφού συμφωνήσουμε, έστω στα μεγάλα, τότε μπορούμε να συζητήσουμε ποιοι δρόμοι οδηγούν εκεί.

Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να αλλάζουμε οδηγούς χωρίς να έχουμε αποφασίσει προορισμό.

Και ένας λαός χωρίς προορισμό κινδυνεύει κάποτε να ανακαλύψει ότι άλλοι αποφάσισαν γι’ αυτόν.

Ο εθνικός σκοπός, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι ένα σύνθημα της στιγμής ούτε μια ακόμη προεκλογική κατασκευή. Πρέπει να είναι μια κοινή κατεύθυνση: παραγωγή, γνώση, δημοκρατία, κοινωνική συμμετοχή, εθνική αυτοπεποίθηση και η υποχρέωση να παραδώσουμε στην επόμενη γενιά μια χώρα πιο ισχυρή, πιο δίκαιη και περισσότερο δική της.

Αν καταφέρουμε να ξαναβάλουμε αυτά τα ερωτήματα στο κέντρο της πολιτικής, ίσως τότε πάψουμε να αναζητούμε κάθε τόσο έναν νέο σωτήρα και αρχίσουμε να αναζητούμε ξανά τον ίδιο τον πολίτη.

Και, χωρίς ίχνος συνειρμού, θα έλεγα πως αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε είναι μια καινούργια άνοιξη.

Δημ. Μητρόπουλος

Σχετικές δημοσιεύσεις