Η «ανάπτυξη» πρέπει να σταματήσει και μάλιστα άμεσα!

26 Ιανουαρίου 2022  /   Χωρίς Σχόλια

Με την πεποίθηση πως η «ανάπτυξη» πρέπει να σταματήσει και μάλιστα τώρα (!) ο συνταξιούχος εκπαιδευτικός και συγγραφέας πολλών βιβλίων κοινωνικού προβληματισμού, Γιώργος Κολέμπας, με σπουδές στα Μαθηματικά και την Πληροφορική, με το παρόν άρθρο, εκτός των άλλων, ουσιαστικά κάνει «φύλλα και φτερά» την πανάκεια της πανθομολογούμενης «ανάπτυξης», αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ταξική της ταυτότητα. Σημειώνει: «Αν πρέπει να περιορίσουμε την ανάπτυξη, η κατανομή των πόρων γίνεται ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος – αν εσύ έχεις περισσότερα, κάποιος άλλος έχει λιγότερα». Ο συγγραφέας, όμως, σπάει έναν επιπλέον «μύθο» με το άρθρο του· αυτόν της ισόρροπης μείωσης των ρύπων· της επιβεβλημένης, δηλαδή, υποχρέωσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση διακοπής των λιγνιτικών μονάδων στη χώρα μας, όταν οι μεγάλες χώρες του βορρά, με πολλαπλάσιες ρυπογόνες μονάδες, δεν συμμορφώνονται με την υποτιθέμενη συλλογική απόφαση: «τα πλουσιότερα έθνη αντισταθμίζουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα με την αγορά δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα από φτωχότερα έθνη. Ο παγκόσμιος βορράς μπορεί να πετύχει ουδετερότητα ως προς τον άνθρακα, όχι μειώνοντας τις εκπομπές του, αλλά αγοράζοντας την ικανότητα να εκπέμπει περισσότερο».
Το άρθρο του Γιώργου Κολέμπα μάς έστειλε (και πάλι) ο γνωστός οικολόγος ακτιβιστής Βασίλης Γιόκαρης, Διευθύνων Σύμβουλος της «Αρκαδικής Εναλλακτικής Α.Ε.», εταιρείας κοινωνικής βάσης που τα τελευταία δέκα χρόνια δραστηριοποιείται στον τομέα της ανακύκλωσης. Κολέμπας και Γιόκαρης, άλλωστε, έχουν εκδώσει και το βιβλίο «Κοινωνικοποίηση: η διέξοδος από τις συμπληγάδες του κρατισμού και της ιδιωτικοποίησης», ενώ οι δυο τους, κατά τα χρόνια 1975 – 1988 στη Δυτική Γερμανία, συνεργάστηκαν σε επιστημονικές, πολιτικές και οικολογικές συλλογικότητες και κινήματα.
Υιοθετούμε κι εμείς το άρθρο του Γιώργου Κολέμπα και το δημοσιεύουμε.

«Π.Μ.»

Το 2021 τελειώνει και η «ανάπτυξη» εξακολουθεί να καταστρέφει τον πλανήτη (*)

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΛΕΜΠΑ (**)

Οι οικονομίες ―μετά την ανάπαυλα του πρώτου χρόνου της πανδημίας και των λοκντάουν― δεν «αναπτύσσονται» απλά, αλλά εκρήγνυνται, αφήνοντας πίσω τους αποψίλωση των δασών, εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, εκμεταλλευόμενους εργάτες και έναν πλανήτη που καίγεται. Η κλιματική κρίση είναι παρούσα επειδή η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι απαραίτητη για την καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη. Το ένα δεν μπορεί να συμβεί χωρίς το άλλο. Η φετινή χρονιά που τελειώνει, ήταν γεμάτη από περιβαλλοντικές καταστροφές. Ο Ιούλιος ήταν ο θερμότερος μήνας στην καταγεγραμμένη ιστορία. Η Νότια Αφρική είχε τη χειρότερη ξηρασία των τελευταίων 100 ετών. Ο Καναδάς και οι Ηνωμένες Πολιτείες βίωσαν καταστροφικές πυρκαγιές. Στην Ευρώπη, την Κίνα και την Ινδία, οι ακραίες βροχοπτώσεις δημιούργησαν θανατηφόρες πλημμύρες. Τα γεγονότα αυτά συνάδουν με τις προβλέψεις για όλο και πιο ακραία καιρικά φαινόμενα που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή.
Ως ενόχους, οι περισσότερες εκτιμήσεις αναδεικνύουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (GHGs), την αποψίλωση των δασών και τη βιομηχανική κτηνοτροφία. Εάν αυτές οι πρακτικές παραμείνουν, θα προκαλέσουν μη αναστρέψιμα σημεία καμπής των οικοσυστημάτων και του κλίματος που θα προκαλέσουν καταστροφή στον πλανήτη.

Το ερώτημα που προκάλεσε τον τεράστιο καβγά τις τελευταίες ώρες της διάσκεψης του ΟΗΕ για το κλίμα στη Γλασκώβη στα μέσα Νοεμβρίου ήταν: θα πρέπει τα κράτη να δεσμευτούν στο τελικό έγγραφο για τη “σταδιακή κατάργηση” ή μόνο για τη “σταδιακή μείωση” της καταστροφικής για το κλίμα καύσης άνθρακα;
Σχεδόν όλες οι χώρες ήθελαν να κωδικοποιήσουν τη σταδιακή κατάργηση, αλλά η Ινδία και η Κίνα, πίεσαν και πέτυχαν την αποδυναμωμένη διατύπωση “ramp down”, δηλαδή το «βαθμιαίο κατέβασμα». Και αυτό το ανέθεσαν στις «Αγορές», τους «Επενδυτές» και στους «Χορηγούς». Για παράδειγμα, η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης με ιδιώτες χορηγούς κινείται προς την κατεύθυνση: επενδυτές αγοράζουν σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα και τους κλείσουν νωρίτερα από το προγραμματισμένο.
Αλλά οι αγορές, όπως δήλωσε πρόσφατα ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) Fatih Birol, δεν καταργούν τον άνθρακα ούτε τον κατεβάζουν, αλλά τον ανεβάζουν!
Πραγματικά, μια νέα έκθεση του οργανισμού του ΟΟΣΑ, παρουσιάζει μια ζοφερή εικόνα της παγκόσμιας ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής: η κατανάλωση άνθρακα, η οποία αντιπροσωπεύει τη μερίδα του λέοντος όλων των ανθρωπογενών εκπομπών CO2 σε ποσοστό 30%, έφτασε σε νέα ρεκόρ μετά από μια σύντομη πτώση της τάξης του 4% λόγω της πανδημίας της κορώνας. Σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία, το 2021 η παγκόσμια κατανάλωση άνθρακα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 9%, πάνω από 10.000 τεραβατώρες, και βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Η συνολική κατανάλωση άνθρακα, δηλ. και για την παραγωγή χάλυβα και τσιμέντου, αυξήθηκε κατά 6%.
Ταυτόχρονα, το φυσικό αέριο έγινε τόσο πολύ πιο ακριβό στην παγκόσμια αγορά, ώστε η καύση άνθρακα κατέστη και πάλι συμφέρουσα, ακόμη και στην ΕΕ με υψηλές τιμές στο εμπόριο εκπομπών, συνοψίζει στην έκθεσή του ο ΙΕΑ. Αν και η τάση της κατανάλωσης άνθρακα στις ΗΠΑ και την ΕΕ είναι πτωτική, η αγορά στην Ασία εξακολουθεί να ανθεί.
Η λύση είναι η επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έως το 2050 με την αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων με καθαρή ενέργεια, η διατήρηση και αναβλάστηση δασών με αυτοφυή δέντρα και η μετάβαση σε αγροτο-οικο-γεωργία. Απλά πρέπει να επιστρατεύσουμε τη βούλησή μας για να φτάσουμε εκεί. Να διεκδικήσουμε σαν πολίτες, σε τοπικό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, αντίστοιχες πολιτικές και να μην αφήσουμε να αλωνίζουν οι αγορές και οι επενδυτές, γιατί λειτουργούν με τη λογική του κέρδους και όχι των ανθρώπινων αναγκών.

Η «ανάπτυξη» πρέπει να σταματήσει και μάλιστα άμεσα!
Ένας αυξανόμενος όγκος επιστημονικών στοιχείων δείχνει ότι ακόμη και με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που αναφέραμε πιο πάνω, θα καταστρέψουμε τον πλανήτη.
Αρκετές επιστημονικές εκτιμήσεις τοποθετούν το όριο βιώσιμης παγκόσμιας εξόρυξης υλικών σε περίπου 50 δισεκατομμύρια τόνους πόρων ετησίως. Στο παρόν, η ανθρωπότητα εξορύσσει 100 δισεκατομμύρια τόνους ετησίως.
Με ρυθμό ανάπτυξης π.χ. 3%, η οικονομική παραγωγή θα διπλασιαζόταν κάθε 22 χρόνια. Μέχρι το 2043 δηλαδή, θα υπάρχουν 200 δισεκατομμύρια τόνοι εξόρυξης. Επειδή η ανάπτυξη είναι εκθετική, είναι αδύνατο ―Incrementum ad Absurdum― να συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε για πάντα.
Η συζήτηση, επομένως, αφορά το πότε πρέπει να σταματήσει η ανάπτυξη και όχι το αν πρέπει να σταματήσει.
Αν πρέπει να μειώσουμε και να περιορίσουμε την εξόρυξη υλικών πόρων σε παγκόσμιο επίπεδο, τότε χρειαζόμαστε ένα πολύ διαφορετικό οικονομικό σύστημα: ένα σύστημα ισοκατανομής των πόρων, επειδή οι πόροι αυτού του πλανήτη είναι πεπερασμένοι.
Αυτό το νέο σύστημα ονομάζεται «αποανάπτυξη», και κερδίζει γρήγορα έδαφος. Η προοπτική της αποανάπτυξης υποστηρίζει ότι η «συνεχής ανάπτυξη» είναι θεμελιωδώς μη βιώσιμη. Υπάρχουν δύο κεντρικοί λόγοι:
Πρώτον, η ανάπτυξη απαιτεί μεγαλύτερη χρήση ενέργειας, αναγκάζοντάς μας να χρησιμοποιούμε περισσότερα ορυκτά καύσιμα προτού τα αντικαταστήσουμε πλήρως με εναλλακτικές λύσεις. Είναι σαν να προσπαθείς να τρέξεις ανάποδα σε μια κυλιόμενη σκάλα.
Δεύτερον, η ανάπτυξη όχι μόνο συμβάλλει στην αύξηση της χρήσης ενέργειας, αλλά και προκαλεί τεράστια πίεση στα οικολογικά συστήματα. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Ομοσπονδία Άγριας Ζωής, τα δύο τρίτα της άγριας ζωής των σπονδυλωτών έχουν εξαφανιστεί μέσα σε μόλις 46 χρόνια. Η ανάπτυξη είναι ο κεντρικός ένοχος. «Μέχρι το 1970, το οικολογικό αποτύπωμα της ανθρωπότητας ήταν μικρότερο από τον ρυθμό αναγέννησης της Γης. Για να θρέψουμε και να τροφοδοτήσουμε με καύσιμα τον 21ο αιώνα μας, υπερκαταναλώνουμε τη βιοϊκανότητα της Γης κατά τουλάχιστον 56%», αναφέρει η έκθεση για το 2020.

Η αποανάπτυξη τερματίζει την ανισότητα στους πόρους
Το 2019, τα Ηνωμένα Έθνη υιοθέτησαν τη θέση για τον περιορισμό της ανάπτυξης με τον στόχο 12 για τη βιώσιμη ανάπτυξη, σημειώνοντας ότι η κατανάλωση πόρων πλήττεται από την ανισότητα. Οι χώρες υψηλού εισοδήματος καταναλώνουν περίπου 26 τόνους ανά άτομο κάθε χρόνο και οι χώρες χαμηλού εισοδήματος μόλις δύο. Το βιώσιμο όριο είναι έξι έως οκτώ.
Αν όλος ο κόσμος κατανάλωνε στο επίπεδο των χωρών ―και των καταναλωτών― υψηλού εισοδήματος [1], θα καταστρέφαμε τον πλανήτη πολλές φορές. Αντίθετα, αν τα πλουσιότερα έθνη μείωναν την κατανάλωσή τους, ο πλανήτης θα πληρούσε το βιώσιμο όριο.
Το κρίσιμο σημείο είναι, σημειώνει ο ΟΗΕ, ότι οι καταναλωτές στις χώρες υψηλού εισοδήματος καταναλώνουν περίπου 10 τόνους υλικών πόρων που προέρχονται από τα φτωχότερα μέρη του κόσμου. Αυτό αντικατοπτρίζει αυτό που οι αποαναπτυξιακοί οικονομολόγοι αποκαλούν οικολογικά άνιση ανταλλαγή, κατά την οποία βιοφυσικοί πόροι μεταφέρονται από φτωχότερες σε πλουσιότερες χώρες.
Οι κύριες «πράσινες» τεχνολογίες, όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και οι ανεμογεννήτριες, εξακολουθούν να βασίζονται στις εξορυκτικές μεταφορές πόρων από τα φτωχότερα έθνη. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και η «πράσινη ανάπτυξη» επιτυγχάνεται ομοίως μέσω άνισων ανταλλαγών.
Παραπέρα, τα πλουσιότερα έθνη αντισταθμίζουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα με την αγορά δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα από φτωχότερα έθνη. Ο παγκόσμιος βορράς μπορεί να πετύχει ουδετερότητα ως προς τον άνθρακα, όχι μειώνοντας τις εκπομπές του, αλλά αγοράζοντας την ικανότητα να εκπέμπει περισσότερο.
Η εστίαση στην οικονομική ανάπτυξη δημιουργεί επίσης ανισότητα και με άλλους τρόπους. Όταν μια εταιρεία αυξάνει τα κέρδη της π.χ. κατά 20%, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των κερδών δίνεται στους μετόχους και τα στελέχη, αυξάνοντας το χάσμα του πλούτου.
Οι μισθοί των εργαζομένων σε αυτές τις επιχειρήσεις μειώνονται σε πραγματικούς όρους (αυξάνονται με ρυθμό χαμηλότερο από τον πληθωρισμό), γεγονός που διευρύνει ακόμη περισσότερο το μισθολογικό χάσμα. Όταν οι κυβερνήσεις επιδοτούν μεγάλες επιτυχημένες επιχειρήσεις επειδή αυτές αυξάνουν το ΑΕΠ της χώρας, επιδοτούν επίσης την ανισότητα του πλούτου.
Έτσι, η αποανάπτυξη δεν αφορά απλώς την αναχαίτιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά γενικότερα την αναχαίτιση της οικολογικής και κοινωνικής καταστροφής!

Και με τις οικονομίες υπηρεσιών τι γίνεται;
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η στροφή προς μια πιο αποτελεσματική και προσανατολισμένη στις υπηρεσίες οικονομία θα βασίζεται σε λιγότερους υλικούς πόρους, οπότε η ανάπτυξη μπορεί να συνεχιστεί αμείωτη. Αλλά αυτό δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ ιστορικά – όπως ακριβώς η θερμοκρασία της Γης αυξάνεται με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, έτσι και η χρήση των υλικών πόρων αυξάνεται παράλληλα με το ΑΕΠ. Αυτό, με τη σειρά του, προκαλεί βλάβες στην ανθρώπινη υγεία και τη βιοποικιλότητα.
Ερευνητές διαπίστωσαν πρόσφατα ότι η μετατόπιση της οικονομικής δραστηριότητας στις υπηρεσίες έχει περιορισμένες δυνατότητες μείωσης των παγκόσμιων περιβαλλοντικών επιπτώσεων λόγω της κατανάλωσης των νοικοκυριών των εργαζομένων στις υπηρεσίες.
Όταν οι εργαζόμενοι, στελέχη ας πούμε σε μια μεγάλη εταιρεία τεχνολογίας εισπράττουν ένα μέσο μισθό 250.000 δολαρίων, χρησιμοποιούν το μισθό τους για να αγοράσουν υλικά αγαθά που παράγονται από εργάτες σε όλο τον κόσμο, οι οποίοι συχνά λαμβάνουν ελάχιστους μισθούς. Καταναλώνουν πέραν του μεριδίου που τους αναλογεί ―και αυτό δεν αφορά μόνο τους εκατομμυριούχους και δισεκατομμυριούχους μετόχους― στελέχη.
Η εικόνα που προκύπτει θα πρέπει να μας κάνει όλους να ανησυχούμε πολύ. Περισσότερος από τον μισό πληθυσμό του πλανήτη ζει με λιγότερα από 7,40 δολάρια την ημέρα. Αν ήδη σαν ταξικές κοινωνίες υπερεκμεταλλευόμαστε τη Γη και πρέπει να περιορίσουμε τη συνολική παγκόσμια χρήση των πόρων, χωρίς δραστική αλλαγή στις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, οι άνθρωποι θα εγκλωβιστούν σε σοβαρή φτώχεια. Θα μας έχει μείνει μια «κακή κρίση» ανισότητας που μπορεί να λυθεί μόνο με την αναδιανομή των πόρων και την απαλλαγή από τους πλούσιους και τους φτωχούς.

Η αποανάπτυξη αλλάζει έναν άδικο τρόπο ζωής
Η αποανάπτυξη δεν αφορά μόνο την αναχαίτιση της κλιματικής αλλαγής και της οικολογικής καταστροφής, αλλά και τη δικαιοσύνη σε έναν κόσμο που είναι βάναυσα άδικος. Οι εργάτες που συναρμολογούν iPhones στην Κίνα εργάζονται σε πολύωρες βάρδιες για 70 δολάρια την εβδομάδα. Στο Μπαγκλαντές, κάποιος-α που φτιάχνει μπλουζάκια λαμβάνει 32 δολάρια το μήνα, ενώ ο παγκόσμιος βορράς καταναλώνει αυτά τα προϊόντα -μια ρύθμιση που είναι άδικη και συνδέεται άμεσα με την κληρονομιά της αποικιοκρατίας
Για τους λόγους αυτούς, ερευνητές και πρωτοβουλίες όπως ο Χάρτης Κλιματικής Δικαιοσύνης στη Νότια Αφρική πιέζουν για μια διαφορετική προσέγγιση που μας προκαλεί να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο ζούμε και οργανώνουμε τους πόρους.
Η αποανάπτυξη αφορά την οικοδόμηση αλληλεγγύης με τους ανθρώπους για τη δημιουργία Κοινών αγαθών (commons) όπως τα τρόφιμα και το νερό, τις δημόσιες μεταφορές χωρίς άνθρακα και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που ανήκουν στην Κοινότητα. Σέβεται το περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα, προσπαθώντας να δημιουργήσει οικολογική σύνθεση με τον κόσμο γύρω μας.
Αντί να προσπαθεί να εκτοξεύσει τις οικονομίες για να δώσει πλούτη σε μια τάξη ελίτ, η αποανάπτυξη σταματά την εκμετάλλευση της εργασίας, την εξόρυξη πόρων και τις άνισες ανταλλαγές. Ταυτόχρονα, πιέζει για την αποανάπτυξη του πλούτου, ώστε να επιτευχθεί δικαιοσύνη και ισότητα για τους φτωχούς.
Αν πρέπει να περιορίσουμε την ανάπτυξη, η κατανομή των πόρων γίνεται ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος – αν εσύ έχεις περισσότερα, κάποιος άλλος έχει λιγότερα. Η οικονομία πρέπει να συρρικνωθεί για όσους έχουν πολλά και να αναπτυχθεί για όσους έχουν πολύ λίγα. Η επιδιόρθωση και αναγέννηση του περιβάλλοντος αφορά στην πραγματικότητα τον τερματισμό της ανθρώπινης ανισότητας και τη συμβίωση σε αρμονία μεταξύ μας και με τον ζωντανό πλανήτη.
Η αποανάπτυξη θέλει να λύσει ταυτόχρονα το οικολογικό και το κοινωνικό πρόβλημα.
Αν αυτό σας φαίνεται τρομακτικό, υπάρχει και ένα πλεονέκτημα. Μελέτες δείχνουν ότι μπορούμε να παρέχουμε ένα ποιοτικό επίπεδο διαβίωσης για όλους τους ανθρώπους ―συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικών υπηρεσιών―εντός βιώσιμων ορίων. Επιπλέον, η παγκόσμια ισότητα συμπλέκεται με τη φυλετική και άλλες μορφές κοινωνικής δικαιοσύνης.
Θα είναι δύσκολο να πειστούν οι εύποροι να αναπροσανατολίσουν την οικονομία, να μειώσουν την κατανάλωσή τους και να απαλλαγούν από τους εκατομμυριούχους και τους δισεκατομμυριούχους. Όμως ήδη υπερβαίνουμε τα πλανητικά όρια και είναι ο μόνος δίκαιος τρόπος για να προχωρήσουμε. Υπάρχουν οκτώ δισεκατομμύρια άνθρωποι στη Γη, εκατομμύρια είδη και ένας πεπερασμένος πλανήτης που καταστρέφεται με ταχείς ρυθμούς.
Η αλλαγή του status quo σε παγκόσμιο επίπεδο και το ξεπέρασμα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού θα είναι έργο των «από κάτω» απανταχού της γης. Δεν θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη, αν και ο χρόνος που απομένει για να αλλάξουμε πορεία εξαντλείται. Τα όρια της ανάπτυξης είναι ένα ζήτημα που πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη μας ―εμείς οι «από κάτω» και «από τα κάτω»― προτού να είναι πολύ αργά.
Και στη χώρα μας, οι Έλληνες «από κάτω» δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από την παρούσα Κυβέρνηση, η οποία το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να δίνει τη δυνατότητα στη μεγιστοποίηση των κερδών των εταιρειών και των επενδυτών τους, χωρίς να ενδιαφέρεται για την υπερκατανάλωση των πόρων και την καταστροφή του περιβάλλοντος και του κλίματος παρά μόνο στα λόγια. Το ίδιο και από τα άλλα κόμματα που επιδιώκουν την εξουσία σε μια μελλοντική κυβέρνηση έχοντας στο πρόγραμμά τους το ίδιο μοντέλο, είτε «μαύρης» είτε «πράσινης» ανάπτυξης.

Σημείωση
[1] Στοιχεία για την ανισότητα εκπομπών άνθρακα ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς του πλανήτη, εμπεριέχονται μεταξύ πολλών άλλων στην έκθεση World Inequality Report 2022. Σύμφωνα με αυτήν, σχεδόν οι μισές εκπομπές άνθρακα προέρχονται από το πλουσιότερο 10% των κατοίκων του πλανήτη, ενώ το πλουσιότερο 1% των κατοίκων εκπέμπει περισσότερους ρύπους από τον μισό πληθυσμό της γης, το φτωχότερο 50%.

(*) Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» στις 22/12/2021

(**) Ο Γιώργος Κολέμπας γεννήθηκε το 1950 στην Ήπειρο, τελείωσε γυμνάσιο-λύκειο στον Πειραιά και σπούδασε μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1968-1972) με μεταπτυχιακό στην Πληροφορική (Aufbaustudium Informatik) στο Μόναχο (1974-1977). Στο διάστημα 1986-1990, κατά το οποίο δίδασκε στο Ελληνικό Γυμνάσιο-Λύκειο Φρανκφούρτης, έκανε σπουδές οικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης. Ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης (1978-2008) οργάνωσε πολλά περιβαλλοντικά προγράμματα και συμμετείχε σε τοπικά κοινωνικά και οικολογικά κινήματα πολιτών. Ταυτόχρονα, από το 1990, οπότε εγκαταστάθηκε στο Πήλιο, έγινε και οικο-γεωργός με στόχο την προώθηση και την οργάνωση της βιολογικής οικοπαραγωγής στην Ελλάδα και τη διακίνηση των οικολογικών προϊόντων. Από το 2008 ασχολείται πλέον, και με τη διαμόρφωση της στρατηγικής της τοπικοποίησης, στο πλαίσιο της γενικότερης πρότασης της απο-ανάπτυξης, ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση και τη μετάβαση σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη και οικολογική κοινωνία της ισοκατανομής. Διαχειρίζεται το μπλογκ http://topikopoiisi.blogspot.gr, ενώ έχει εκδώσει ακόμη: Το βιβλίο Τοπικοποίηση, από το παγκόσμιο στο τοπικό


Με τον Γιάννη Μπίλλα έχει εκδώσει τα βιβλία: Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης- τοπικοποίησης και Για την Κοινότητα των Κοινοτήτων. Στο συλλογικό βιβλίο με τίτλο: Άμεση δημοκρατία τον 21ο αιώνα έχει συμμετάσχει με το κείμενο: η οικονομία της μετάβασης προς την άμεση δημοκρατία. Έχει εκδώσει επίσης τα βιβλία με τίτλους: Ο Σύγχρονος Κοινοτισμός και Επιστροφή προς τα…μπρος, ένα αφήγημα βασισμένο σε πραγματική ιστορία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Παρακαλώ, απαντήστε στο ερώτημα *