Πρόταση για τους φορείς διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών

17 Δεκεμβρίου 2012  /   Χωρίς Σχόλια

  Σχολιασμός και απάντηση στο άρθρο του κ. Μαρίνη Μπερέτσου με τίτλο: «Πρόταση για τους φορείς διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών», από την κ. Μαρία Αναγνωστοπούλου, Bιολόγο Περιβαλλοντολόγο.

 

Με το παρόν άρθρο σχολιάζω και δίνω τη δική μου απάντηση σε εκείνο του κ. Μπερέτσου, υποχρεωτικά, εφόσον στην εισαγωγή του χρησιμοποιεί τον Φορέα Διαχείρισης του Πάρνωνα – Μουστού (ΦΔOΠΥΜ) ως το (αποτυχημένο κατά την κρίση του) παράδειγμα με βάση το οποίο σχηματοποιεί τις προτάσεις του για το μέλλον της διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών. Παραθέτω την απάντησή μου ως ένα πρόσωπο με επιστημονική ιδιότητα και 20ετή επαγγελματική εμπειρία σχετικές με τη διαχείριση και προστασία της φύσης και όχι με την ιδιότητα του προέδρου του ΦΔOΠΥΜ, καθώς δεν γνωρίζω αν αυτή εκφράζει την πλειοψηφία των μελών του ΔΣ μας, αν και βασίζεται στην εμπειρία μου ως προέδρου του ΔΣ του ΦΔOΠΥΜ, από τον Φεβρουάριο του 2010 έως σήμερα.

Α. Σε σχέση με κάποιες από τις διαπιστώσεις του κ. Μπερέτσου:

Το πρώτο μου σχόλιο λοιπόν είναι ότι ο κ. Μπερέτσος προχωρά στη δημοσίευση και αποστολή προς το Υπουργείο ΠΕΚΑ και την Ένωση Αναπτυξιακών Εταιριών, κειμένου εργασίας με προσωπικές του απόψεις, το οποίο υπογράφει με την επιστημονική του ιδιότητα, αλλά και με την ιδιότητά του ως Διευθύνοντος Συμβούλου της Αναπτυξιακής Εταιρίας Πάρνωνα Α.Ε. (ΑΝΕΠ), χωρίς το κείμενο αυτό να έχει περάσει και εγκριθεί από το ΔΣ της ΑΝΕΠ και μάλιστα σε μια χρονική περίοδο που ο ΦΔOΠΥΜ είναι σε πολύ κρίσιμο στάδιο μιας μακριάς συνεργασίας με την ΑΝΕΠ, με σκοπό την υλοποίηση ενός έργου πολύ σημαντικού, τόσο για την προστατευόμενη περιοχή, όσο και για την ευρύτερη περιοχή του Λεωνιδίου, της τάξης των 600.000 ευρώ. Ας σημειωθεί ότι σε σημαντικές συναντήσεις στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας με τον ΦΔOΠΥΜ, η ΑΝΕΠ εκπροσωπήθηκε σε επίπεδο γραμματέως και συνεργαζόμενων μηχανικών και όχι με την παρουσία του κ. Μπερέτσου που θα μπορούσε να μας μεταδώσει τα φώτα του, εφόσον μας καταλογίζει πως είμαστε ανίδεοι από διαχείριση έργων και αυτοσχεδιάζουμε. Για τις καθυστερήσεις στα έργα θα αναφερθώ παρακάτω.

O κ. Μπερέτσος αναφέρει ότι οι προστατευόμενες περιοχές ισοπεδώθηκαν με τη δημιουργία όμοιων σχημάτων διαχείρισης και με παροχή παρόμοιων κονδυλίων. Αν σκεφτεί κανείς ότι η θεσμοθέτηση των ΦΔ με τον Ν. 2742/1999 και η συγκρότησή τους μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν συνέβη με δεκαετή και πλέον καθυστέρηση από τις αρχικές σκέψεις και προσπάθειες του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ), τότε πρέπει κάποιος (που τον ενδιαφέρει αληθινά η προστασία) να παραδεχτεί ότι ήταν ένα πρώτο αξιόλογο βήμα. Δεν υποστηρίζω ότι στα χρόνια αυτά δεν αναδείχθηκαν προβλήματα και αντιστοίχως προβληματισμοί από τη λειτουργία των ΦΔ, όμως πιστεύω ότι όταν ένας θεσμός έχει ατέλειες μπορούμε να τις διακριβώσουμε και να βελτιώσουμε τον θεσμό, αντί να τον διαλύσουμε, όπως κατ’ ουσίαν προτείνει ο κ. Μπερέτσος. Όσον αφορά τη χρηματοδοτική ισοπέδωση που επικαλείται, ουσιαστικά τέτοια δεν υπάρχει, γιατί η πρώτη κατανομή πόρων ήταν ενδεικτική, μιας και ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν αντικειμενικά κριτήρια για μια ανομοιογενή κατανομή, και ήταν γνωστό εξαρχής σε όλους τους φορείς διαχείρισης ότι στην πορεία ο καθένας θα προχωρήσει σε απορρόφηση ανάλογη με τις ανάγκες του και την ικανότητά του να αξιοποιεί τα κοινοτικά κονδύλια. Έτσι, σήμερα υπάρχουν φορείς που ήδη έχουν δεσμεύσει ποσά πολύ μεγαλύτερα της αρχικής κατανομής ανά φορέα (4,7 εκ. Ευρώ) και άλλοι που υπολείπονται αρκετά αυτού του ποσού.

Το ότι στους φορείς διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών στην Ελλάδα δεν υπάρχει εμπεδωμένη μια κουλτούρα συνεργασίας το έχω ενίοτε βιώσει έντονα στις συνεδριάσεις του ΔΣ μας. Η σταδιακή δημιουργία, ωστόσο, μιας τέτοιας κουλτούρας, είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση την οποία αποδέχεται ο εκάστοτε πρόεδρος ΔΣ φορέα διαχείρισης, με όποιες δυσκολίες κι αν έχει ένα τέτοιο εγχείρημα.

Η Επιτροπή Φύση 2000 πράγματι είχε απενεργοποιηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα έως τα τέλη του 2009. Στις αρχές του 2010 η Επιτροπή Φύση 2000 ανασυστήθηκε με διακεκριμένους επιστήμονες και ξεκίνησε να λειτουργεί, αναγκασμένη βέβαια να αλλάζει διαρκώς τους συνομιλητές της, δηλαδή τους Υπουργούς ΠΕΚΑ, τους Γενικούς Γραμματείς κ.λπ., αρχίζοντας κάθε φορά από την αρχή και χωρίς πάντοτε να εισακούεται, όσο θα έπρεπε και θα μπορούσε. Την ίδια χρονική περίοδο για πρώτη φορά  τοποθετήθηκαν (άμισθοι και πάλι) πρόεδροι στους φορείς διαχείρισης με καθοριστικό κριτήριο επιστημονικές ιδιότητες και εμπειρία σχετικές με την προστασία της φύσης (κάτι που δεν είχε ισχύσει υποχρεωτικά τα παλιότερα χρόνια παρότι σαφώς ορίζεται από τη νομοθεσία) αλλά και μέσα από ανοιχτή διαδικασία (www.opengov.gr), πράγμα το οποίο ο κ. Μπερέτσος γνωρίζει πολύ καλά, εφόσον ήταν και αυτός υποψήφιος για τη θέση του προέδρου του ΦΔOΠΥΜ. Φαίνεται λοιπόν, ότι το Υπουργείο ΠΕΚΑ, εποπτευόμενοι φορείς του οποίου είναι οι ΦΔ, αυτή τη φορά, για την επιλογή των προέδρων των ΔΣ των ΦΔ αξιολόγησε υψηλότερα το αποδεδειγμένο ενδιαφέρον για την προστασία και τη συναφή με τη φύση επιστημονική κατάρτιση και επαγγελματική εμπειρία, παρά την ικανότητα και εμπειρία στη διαχείριση έργων.

Ως προς την τελευταία, δέχομαι ότι εν γένει οι Αναπτυξιακές Εταιρίες, ως φορείς παλαιότεροι, πιο έμπειροι και διαχειριζόμενοι πολύ μεγαλύτερα ποσά και έργα από αυτά των ΦΔ και με τη διαχειριστική επάρκεια τύπου Α που διαθέτουν, είναι πιο έμπειρες από τους ΦΔ στη διαχείριση έργων. Η αντίστοιχη εμπειρία μέσα στους ΦΔ, χτίζεται σταδιακά στα χρόνια που λειτουργούν και έχει πλέον φθάσει σε ικανοποιητικά επίπεδα. Oύτως ή άλλως, για τα έργα για τα οποία δεν αρκεί η διαχειριστική επάρκεια των ΦΔ (τύπου Β) οι ΦΔ συνάπτουν Προγραμματικές Συμβάσεις με φορείς που τη διαθέτουν, όπως για παράδειγμα αυτή που έχει συνυπογράψει ο ΦΔOΠΥΜ με την ΑΝΕΠ για τον Βοτανικό Σταθμό Λεωνιδίου και που αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό τροποποίηση με αύξηση του προϋπολογισμού του έργου.

Ας ασχοληθούμε λοιπόν και με το κεφάλαιο «καθυστερήσεις». Επισημαίνει ο κ. Μπερέτσος ότι υπάρχουν μεγάλες και επικίνδυνες καθυστερήσεις (μήπως μόνο στα έργα των ΦΔ;). Η διαφορά είναι ότι αυτές δεν οφείλονται εκεί που τις αποδίδει, δηλαδή στην άγνοια των διαδικασιών στους αυτοσχεδιασμούς, τον εμπειρισμό από πλευράς διοίκησης και προσωπικού του ΦΔ, αλλά στους πολύ μεγάλους χρόνους που λαμβάνει το ΕΠΠΕΡΑΑ, δηλαδή η διαχειριστική αρχή του Επιχειρησιακού Προγράμματος για το περιβάλλον, σε όλα τα στάδια ελέγχου, παρεμβάσεων και εγκρίσεων στα σχέδια ΤΔΠΠ και το συνοδευτικό υλικό (π.χ. προμελέτες – μελέτες) που υποβάλλουμε, αλλά ακόμη και στα σχέδια διαγωνισμών ανάθεσης για ήδη συμπεφωνημένα και εγκεκριμένα έργα. Σε κάποιο βαθμό αυτές οι καθυστερήσεις είναι κατανοητές σε μένα. Κατά την εκτίμησή μου, μετά από αυτά τα χρόνια στενών επαφών με το ΕΠΠΕΡΑΑ, καθυστερήσεις οφείλονται στο ότι μετά την εμπειρία του 3ου ΚΠΣ, το ΕΠΠΕΡΑΑ όπως και οι διαχειριστικές αρχές όλων των Υπουργείων, δυσκόλεψαν πολύ και ενέτειναν τους ελέγχους τους σε όλα τα στάδια των διαδικασιών σχεδιασμού και υλοποίησης, έτσι ώστε να αποφευχθούν κακοτοπιές του παρελθόντος. Πιθανά άλλα αίτια θεωρώ την υποστελέχωσή του αλλά και το γεγονός ότι και το ΕΠΠΕΡΑΑ, κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν της Επιτροπής Φύση 2000, μέσα σε λίγα χρόνια έχει εξαναγκαστεί, σε επιτελικό αλλά και σε πιο τεχνικό επίπεδο, να αλλάξει αρκετούς συνομιλητές από το ΥΠΕΚΑ. Ανεξάρτητα αν αυτές οι καθυστερήσεις, για τους παραπάνω ή άλλους λόγους είναι αιτιολογημένες, δεν σημαίνει ότι οι επιπτώσεις τους δεν είναι σοβαρές για την ουσία των έργων και ότι δεν βάζουν σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια την υλοποίησή τους.

Για παράδειγμα, η υποβολή του σχεδίου διαγωνισμού της βιο-παρακολούθησης μεταξύ ΦΔOΠΥΜ και ΕΠΠΕΡΑΑ ξεκίνησε το 2011 και μετά από μια μεγάλη αλληλουχία εγγράφων, ηλεκτρονικών μηνυμάτων, προσωπικών επαφών και τηλεφωνημάτων από την υπογράφουσα, το προσωπικό, μελών του ΔΣ μας, της νομικής μας συμβούλου και ενδιαφερόμενων στελεχών ΠΕΚΑ, βρισκόμαστε μόλις τώρα – ελπίζουμε –  ένα βήμα πριν την απελευθέρωση του διαγωνισμού για δημοσίευση.

Άλλο παράδειγμα μεγάλης καθυστέρησης αποτελεί αυτή που αφορά τα οικο-αναπτυξιακά έργα του ΦΔ, δηλαδή αυτών του δικτύου μονοπατιών Πάρνωνα και του Βοτανικού Σταθμού Λεωνιδίου. Φάκελος με το σχετικό σχέδιο Τεχνικού Δελτίου Προτεινόμενης Πράξης (ΤΔΠΠ) και τις 2 αντίστοιχες προμελέτες (εκείνη του Βοτανικού Σταθμού εκπονηθείσα από την ΑΝΕΠ) υποβλήθηκε από τον ΦΔOΠΥΜ στο ΕΠΠΕΡΑΑ τον Ιούνιο του 2012. Στη συνάντηση αυτή ο κ. Μπερέτσος δεν παρευρέθηκε και η εκπροσώπηση της ΑΝΕΠ έγινε σε επίπεδο γραμματέως και συνεργαζόμενου μηχανικού. Παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις ότι θα έχουμε απάντηση  μέσα σε λίγες μέρες και παρά τις διαρκείς πιέσεις μας προς το ΕΠΠΕΡΑΑ για να λάβουμε μια απάντηση, αυτή ήρθε κατ’ αρχήν προφορικά και κατόπιν με ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στις 23/10/2012 που κατ’ ουσίαν μας απέρριπτε όσα μονοπάτια δεν καλύπτονταν από προϋπάρχουσα πλήρη και εγκεκριμένη μελέτη αλλά και το έργο του Βοτανικού Σταθμού ως ανώριμο και μη υλοποιήσιμο μέσα στους προβλεπόμενους χρόνους. Σε όλο αυτό το μεσοδιάστημα δεν γνωρίζω να έχει εκδηλωθεί κάποιο ενδιαφέρον από την ΑΝΕΠ και προσωπικά από τον κ. Μπερέτσο, με την ιδιότητά του ως Δ/ντος Συμβούλου της ΑΝΕΠ για την πορεία αυτής της υπόθεσης, ούτε προς εμένα προσωπικά, ούτε προς τον ΦΔ, ούτε και προς το ΕΠΠΕΡΑΑ. Τα έργα αυτά κινδύνεψαν πραγματικά να χαθούν και μόνο μετά την παρέμβαση του Δημάρχου Ν. Κυνουρίας και προέδρου της ΑΝΕΠ σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο στο ΥΠΕΚΑ, το έργο του Βοτανικού Σταθμού εν τέλει θα ενταχθεί στο ΤΔΠΠ, αφού η ΑΝΕΠ στον τρέχοντα χρόνο, επειγόντως, προχωρά στην πλήρη μελέτη για το έργο έτσι ώστε να θεωρηθεί ώριμο από το ΕΠΠΕΡΑΑ. Το ΤΔΠΠ πρόκειται να υποβληθεί μαζί με άλλα έργα, μεταξύ των οποίων και τα μονοπάτια για τα οποία υπάρχουν μελέτες, κατ’ ελπίδα πριν το τέλος του έτους ή το αργότερο μέσα στον Ιανουάριο του 2013.

Στο πλαίσιο λοιπόν που πρακτικά έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί ο ΦΔOΠΥΜ, πλαίσιο οριζόμενο από τις νομοθετικά προσδιορισμένες διαδικασίες αλλά και τους περιορισμούς και τα εμπόδια που υπάρχουν όπως για παράδειγμα αυτά που προανέφερα, δηλώνω ότι ο ΦΔOΠΥΜ, με τη Διοίκηση και το προσωπικό του έχει εντατικά εργαστεί με υπευθυνότητα και ευσυνειδησία όλο το διάστημα που μπορώ εγώ να γνωρίζω, δηλαδή από την αρχή της θητείας μου έως και σήμερα. Πιθανώς να έχουμε κάποιοι από εμάς κάνει και κάποια λάθη, όπως ο οποιοσδήποτε εμπλεκόμενος σε οποιονδήποτε φορέα. Άλλωστε, όπως με έχει διδάξει, μεταξύ πολλών άλλων στα 10 χρόνια που εργάστηκα εκεί, ο Διευθυντής μου στο Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων Υγροτόπων αείμνηστος καθηγητής Π.Α. Γεράκης, «λάθη δεν κάνει μόνο όποιος δεν δουλεύει». Εργαζόμαστε, δεν διεκδικούμε το αλάθητο, υπήρξαμε και υπάρχουμε ως ΦΔ κάθε στιγμή ανοιχτοί σε κάθε καλόπιστη κριτική, συμβουλή και βοήθεια από όποιον θεωρεί ότι μπορεί αυτά να μας τα διαθέσει.

Και μιας που αναφέρομαι στο προσωπικό του ΦΔOΠΥΜ, με έκπληξη διαπίστωσα στο άρθρο του κ. Μπερέτσου πόσο απροκάλυπτα απορρίπτει τη μόνη αξιοκρατική διαδικασία προσλήψεων που υπήρξε ποτέ στη χώρα αυτή, δηλαδή του ΑΣΕΠ, λέγοντας ότι συνέπειά της ήταν να στελεχωθούν οι φορείς με χαμηλής στάθμης προσωπικό. Ποιον, λοιπόν, τρόπο θα πρότεινε αντ’ αυτού ο κ. Μπερέτσος; Τον ανέκαθεν ισχύοντα στην Ελλάδα, δηλαδή «από το παράθυρο», ανάλογα με το ποιος ξέρει ποιον; Αυτό θα ήταν εγγύηση για την πρόσληψη υψηλότερης στάθμης προσωπικού; Ασφαλώς και οι διαδικασίες ΑΣΕΠ επιδέχονται βελτιώσεις, αλλά τουλάχιστον στον ΦΔOΠΥΜ αυτές έφεραν αξιόλογης ποιότητας εργαζόμενους, κατά την εκτίμησή μου σε σύγκριση και με αρκετούς άλλους εργασιακούς χώρους τους οποίους έχω βιώσει. Αρκετά από τα στελέχη του φορέα μας διαθέτουν προσόντα υψηλότερα και από όσα προδιέγραψε για τις θέσεις τους το ΑΣΕΠ.

Στην τριετία που γνωρίζω, με το προσωπικό του φορέα μας, τη δική μου εποπτεία και πολλάκις και με τη συνδρομή μελών του ΔΣ, με την επιστημονική ή υπηρεσιακή τους ιδιότητα, έχουμε γνωμοδοτήσει με σοβαρότητα και πάντοτε μετά από επιτόπιες αυτοψίες, επί αρκετών ΜΠΕ. Υπάρχει εξέχον παράδειγμα για το αν η ποιότητα της γνωμοδότησής μας είναι υψηλή ή όχι και αν κρίνεται ως τέτοια από τις αρμόδιες κεντρικές υπηρεσίες του ΥΠΕΚΑ, αλλά δεν είναι θέμα της παρούσης. Oπότε, γι άλλη μια φορά, η χρήση του ΦΔOΠΥΜ ως αποτυχημένου παραδείγματος από τον κ. Μπερέτσο είναι άτοπη.

Ως προς τα σχέδια διαχείρισης, πράγματι οι διαδικασίες και οι χρόνοι εκπόνησης ήταν τέτοια που τα τελικά τους αποτελέσματα ήταν φτωχά από πλευράς χρηστικότητας για τους φορείς που καλούνται να τα υλοποιήσουν. Πολύ συχνά, υπαίτιοι καθυστερήσεων και κακών παραδοτέων είναι οι υπηρεσίες που συνεργάστηκαν με τους ΦΔ στις προγραμματικές συμβάσεις και όχι οι ίδιοι οι ΦΔ.

Σε σχέση με τις ελλείψεις στη νομοθετική κάλυψη των προστατευόμενων περιοχών υπάρχουν πράγματι προβλήματα. Για την προστατευόμενη περιοχή Πάρνωνα – Μουστού έχω να πω ότι αναλαμβάνοντας τη θέση του προέδρου, έβαλα ως πρώτη προτεραιότητα την έκδοση της σχετικής ΚΥΑ, κάτι που πέτυχα με ενταική προσπάθεια και τη βοήθεια και άλλων μετά από 9 μήνες από την τοποθέτησή μου. Σημειωτέον ότι η έκδοση της ΚΥΑ εκκρεμούσε για αρκετά χρόνια. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό έκδοση η μονοετής παράταση και εργαζόμαστε εντατικά για το ΠΔ.

Β. Σε σχέση με κάποιες από τις προτάσεις του κ. Μπερέτσου

O κ. Μπερέτσος σε κάποιο σημείο προτείνει «Στις υπόλοιπες περιοχές (σ.σ. πλην των Εθνικών Πάρκων) που σήμερα διαθέτουν Φορείς Διαχείρισης θα μπορούσαν μετά την συγχώνευση των Φορέων Διαχείρισης σε έναν Περιφερειακό Φορέα να δημιουργηθούν Περιφερειακά Πάρκα με τη μορφή Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, την συμμετοχή και στήριξη της τοπικής αυτοδιοίκησης, την εξασφάλιση της τοπικής βιωσιμότητας, αλλά και με συγκεκριμένες ρυθμίσεις που θα αφορούν τις αρμοδιότητες και τη διαχείριση των περιοχών». Λίγο παρακάτω:

«Τα ΔΣ των Περιφερειακών φορέων διαχείρισης να συγκροτούνται με απόφαση του Αιρετού Περιφερειάρχη και υπηρεσία τους να είναι: α) οι 13 Περιφερειακές Διευθύνσεις Δασών της χώρας στις οποίες να μεταφερθεί το εποχιακό προσωπικό Φορέων Διαχείρισης αναβαθμίζοντας ταυτόχρονα τις καθ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες και β) η υλοποίηση των προγραμμάτων να γίνεται για λογαριασμό τους από τις Ανώνυμες Αναπτυξιακές OΤΑ.

Στην απόφαση της κυβέρνησης για τη μείωση των φορέων του δημοσίου να υπάρξει διάταξη υπαγωγής του συνόλου των αρμοδιοτήτων τους στις 13 Περιφερειακές Διευθύνσεις Δασών της χώρας, με παράλληλη εκχώρηση της αρμοδιότητας υλοποίησης έργων και δράσεων στις Αναπτυξιακές Εταιρείες.

Στην αναμόρφωση του Επιχειρησιακού Προγράμματος ΠΕΡΙΒΑΛΛOΝ 2007-2013 και στο σχεδιασμό της νέας Προγραμματικής περιόδου να συμπεριληφθούν ως Δικαιούχοι υλοποίησης έργων οι Αναπτυξιακές Εταιρείες της χώρας και Υπηρεσίες Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος της χώρας, οι οποίες υπάγονται ήδη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής».

Και αναρωτιέμαι: για ποιο λόγο να συγκροτηθούν ΔΣ, εφόσον ουσιαστικά προτείνεται η διάλυση όλων των ΦΔ των περιφερειακών πάρκων και ανάθεση όλων των αρμοδιοτήτων τους στη Δασική Υπηρεσία και η υλοποίηση έργων στις Αναπτυξιακές Εταιρίες;

Αν κρατήσω δε την πρόταση του κ. Μπερέτσου να συγκροτούνται τα ΔΣ των περιφερειακών πάρκων με απόφαση του Αιρετού Περιφερειάρχη, διαφωνώ κάθετα με αυτήν. Oι λόγοι είναι η ανωριμότητα της περιβαλλοντικής συνείδησης μέσα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση (γεγονός που έχει και βαθμίδες και εξαιρέσεις) αλλά και η μη εμπεδωμένη κουλτούρα συνεργασίας την οποία επικαλείται και ο κ. Μπερέτσος. Επιπλέον ο ίδιος διαπιστώνει ότι: «Σε πολλές περιπτώσεις οι αποφάσεις για κρίσιμα ζητήματα αντιμετωπίστηκαν από τα Δ.Σ. των Φορέων Διαχείρισης με μια τοπικιστική και μικροπολιτική λογική χωρίς αρχές και κατευθύνσεις και με πλήρη άγνοια των συνεπειών στο φυσικό περιβάλλον». Πιστεύει δηλαδή ο κ. Μπερέτσος ότι σε ένα ΔΣ ορισμένο εξ ολοκλήρου από τον Αιρετό Περιφερειάρχη θα οδηγήσει στην αντιστροφή αυτής της διαπίστωσης; Αντιτείνω ότι για εμάς και όλους τους ΦΔ, ένα ΔΣ ορισμένο από τον αιρετό Περιφερειάρχη θα έχει σε όλα τα θέματα τέτοια ομοφωνία, που πραγματικά θα καθίσταται περιττό.

Ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχει ικανοποιητικός βαθμός περιβαλλοντικής συνείδησης μέσα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, είναι αποδεδειγμένο (και στον ΦΔOΠΥΜ) ότι αυτή δεν διαπνέει οριζόντια όλες τις αποφάσεις και τον σχεδιασμό όλων των έργων. Αντίθετα μπαίνει κάθε φορά (ακόμη και για το ίδιο θέμα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ανάλογα με τις συγκυρίες) σε ένα ζύγι μαζί με άλλες παραμέτρους που δεν σχετίζονται και πολλές φορές αντιβαίνουν με την προστασία του περιβάλλοντος. Ένας από τους ρόλους των απανταχού ΦΔ είναι και η σταδιακή άμβλυνση αυτών των ανισορροπιών με την αύξηση της περιβαλλοντικής συνείδησης στις τοπικές κοινωνίες και τους OΤΑ. Λέγοντας αυτά, δηλώνω ότι θεωρώ τον έως τώρα συνολικό απολογισμό της σχετικής αλληλεπίδρασης του ΦΔOΠΥΜ με τους συνεργαζόμενους Δήμους, συνολικά θετικό, παρά τις όποιες κατά καιρούς διαφωνίες και ανοιχτά θέματα.

Ως προς τη μεταφορά του προσωπικού των υφιστάμενων ΦΔ στις δασικές υπηρεσίες έτσι ώστε να ανταποκριθούν στα νέα τους διευρυμένα καθήκοντα και τις νέες προσλήψεις με τις αναγκαίες επιστημονικές ειδικότητες: Το προσωπικό των ΦΔ είναι κατά τη γνώμη του κ. Μπερέτσου ανεπαρκές, άρα δεν πρόκειται να προσφέρει και πολλά στην ενδυνάμωση – εμπλουτισμό της Δασικής Υπηρεσίας. Άρα, να υποθέσω ότι οι νέες (πόσες θα είναι αυτές με το 1:5;) προσλήψεις στις Δασικές υπηρεσίες που προτείνει ο κ. Μπερέτσος (φαντάζομαι ότι εννοεί μετά το τέλος του 2015 οπότε και οι συμβάσεις του προσωπικού των ΦΔ θα λυθούν αν δεν βρεθεί κάποια λύση για την παραμονή του) θα αποφέρουν στις Δασικές Υπηρεσίες ικανότερο προσωπικό; Και προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης, να τονίσω ότι η έως τώρα συνεργασία μας με τη Δασική Υπηρεσία στο πλαίσιο της λειτουργίας του ΔΣ μας αλλά και πολύ ευρύτερα στο σύνολο της λειτουργίας μας (γνωμοδοτήσεις, εποπτεία, άλλα έργα) μπορεί να χαρακτηρισθεί όχι καλή, αλλά άψογη.

Προτάσεις για τη βελτίωση (και όχι διάλυση) των ΦΔ των προστατευόμενων περιοχών έχουν κατατεθεί στην πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΚΑ τόσο από την Επιτροπή Φύση 2000 όσο και από το δίκτυο προέδρων των ΦΔ των προστατευόμενων περιοχών μέσα στο τρέχον έτος, οπότε δεν θεωρώ ότι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να κάνω εγώ δικές μου προτάσεις.

Γ. Προσωπικές απόψεις

1. Δεν θεωρώ ότι οι ΦΔ των προστατευόμενων περιοχών είναι ένας αποτυχημένος θεσμός, αλλά ένας θεσμός που επιδέχεται βελτιώσεων για να επιτύχει ακόμη αποτελεσματικότερα τον σκοπό του, που είναι πρωταρχικά η διασφάλιση της πλούσιας βιοποικιλότητας της χώρας μας. Εκ του ιδρυτικού τους νόμου (1742/1999) οι ΦΔ είναι όχι μόνο ανοιχτοί, αλλά και υποχρεωμένοι προς συνεργασία με όλους τους συναρμόδιους φορείς, σαφώς και ο δικός μας. Εξέχουσα θέση σε αυτές τις συνεργασίες έχει, τουλάχιστον στις περιοχές με μεγάλη δασική κάλυψη, η συνεργασία με τη Δασική Υπηρεσία.

2. Όχι μόνο για τον Πάρνωνα, αλλά για όλες τις Αναπτυξιακές Εταιρίες και τους ΦΔ: Θεωρώ ότι ΦΔ και Αναπτυξιακές Εταιρίες εντελώς θεμιτά, έχουν διαφορετική αφετηρία, διαφορετικό σκεπτικό, στόχους και στρατηγική. Είναι σωστό και υγειές για μια κοινωνία τέτοιες δυνάμεις να συνυπάρχουν. Πράγματι οι Αναπτυξιακές Εταιρίες έχουν μια πολύτιμη γνώση και πείρα στη διαχείριση έργων. Στα σημεία τομής ενδιαφερόντων Αναπτυξιακών Εταιριών και ΦΔ, που είναι αρκετά και αφορούν χονδρικά την οικοανάπτυξη, μέσω της υπογραφής Προγραμματικών Συμβάσεων, αυτές μπορούν να επικουρούν τους ΦΔ υλοποιώντας έργα για τα οποία οι ΦΔ δεν διαθέτουν διαχειριστική επάρκεια. Αυτονόητη θεωρώ τη δυνατότητα άτυπης συνεργασίας μεταξύ ΦΔ και Αναπτυξιακών Εταιριών και στο στάδιο του σχεδιασμού δράσεων, καθώς μόνο κερδισμένες μπορούν να βγουν και οι δύο πλευρές. Δεν είναι βεβαίως αυτονόητο αλλά θα ήταν ηθικά αξιέπαινο, μια Αναπτυξιακή Εταιρία να συνδράμει τους οικείους της ΦΔ σε χρονικές στιγμές και σε συγκεκριμένα θέματα, εφόσον διαπιστώνει, κατά την κρίση της, ανεπαρκείς ή λανθασμένους χειρισμούς, με τη μορφή τεχνικής βοήθειας ή και απλών συμβουλών, προς αμοιβαίο όφελος. Στον αντίποδα αυτού, αν μια Αναπτυξιακή Εταιρία δεν μπορέσει να «καπελώσει» έναν ΦΔ, δεν νομιμοποιείται να τον περιφρονεί και να τον διαβάλει δημόσια, βάζοντας σε κίνδυνο ακόμη και έργα κοινού τους ενδιαφέροντος.

3. Η σχέση της αιρετής διοίκησης με το οποιοδήποτε σχήμα διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών στην Ελλάδα, θα πρέπει ακόμη να δοκιμαστεί πολύ και να συντρέξουν και αρκετές άλλες δύσκολες προϋποθέσεις (π.χ. πλήρης ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής στις άλλες πολιτικές, αποτελεσματικοί μηχανισμοί ελέγχου και τιμωρίας της περιβαλλοντικής παραβατικότητας κ.α.) για να αποδειχθεί αποτελεσματική για την προστασία της φύσης. Στο άρθρο 7 πράγρ. 2 του Ν. 3939/2011 για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας, όχι από άγνοια, αλλά από πρόνοια ο νομοθέτης προβλέπει την ίδρυση Διευθύνσεων Συντονισμού Προστατευόμενων Περιοχών σε επίπεδο Αποκεντρωμένης Διοίκησης και όχι Αιρετής Περιφέρειας. Το υπάρχον σχήμα των ΦΔ με τα ΔΣ τους, με τις όποιες βελτιώσεις δεχθεί, θεωρώ ότι προάγει και την προοπτική μεγαλύτερης εμπλοκής της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών.

Πληροφοριακά, στο υπάρχον σχέδιο συγχωνεύσεων και καταργήσεων που βρίσκεται αυτή τη στιγμή υπό επεξεργασία από το ΥΠΕΚΑ, ο ΦΔOΠΥΜ είναι ένας από τους ολιγάριθμους ΦΔ που παραμένουν ως έχουν, δηλαδή ούτε συγχωνεύεται με άλλον ΦΔ, ούτε και καταργείται.

Για να διαβάσετε το άρθρο του κ. Μαρίνη Μπερέτσου,

πατήστε εδώ: https://proinosmorias.gr/?p=975

  • Κατηγορία: ΑΡΘΡΑ
  • Ετικέτες:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παρακαλώ, απαντήστε στο ερώτημα *