Μην πυροβολείτε την πιανίστα… – κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ

Η φράση «μην πυροβολείτε τον πιανίστα, κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί» έχει την έννοια ότι οι αθώοι δεν πρέπει να πληρώνουν το κόστος μίας ενέργειας στην οποία δεν έχουν καμία ανάμιξη. Η ιστορία της ξεκινά από τα σαλούν της Δύσης της Αμερικής, όπου οι καυγάδες, οι ξυλοδαρμοί και οι πυροβολισμοί ήταν συχνό φαινόμενο. Ανάμεσα στα ιπτάμενα αντικείμενα και τις σφαίρες, βρισκόταν πάντα ο αθώος πιανίστας, που πολλές φορές γινόταν θύμα ενός καυγά στον οποίο δεν είχε καμία συμμετοχή.

Μην πυροβολείτε την πιανίστα. Όχι γιατί είναι αλάνθαστη. Όχι γιατί είπε τα πάντα σωστά. Αλλά γιατί παίζει σε μια αίθουσα όπου το πιάνο έχει καιρό σπάσει και το κοινό απαιτεί μελωδία από συντρίμμια.

Η Μαρία Καρυστιανού δεν εμφανίστηκε από φιλοδοξία καριέρας ούτε από κομματικό θερμοκήπιο. Αναδύθηκε από το πιο σκοτεινό σημείο της κοινωνίας: εκεί όπου το κράτος δικαίου σταματά να απαντά, η Δικαιοσύνη καθυστερεί, υπεκφεύγει ή σωπαίνει, και ο πολίτης μένει μόνος με την απώλεια και την προσβολή της αξιοπρέπειάς του. Μόνο όποιος έχει χάσει το παιδί του τόσο άδικα και δεν βρίσκει δικαίωση, μπορεί να καταλάβει πώς ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε «Λύκαινα» – όχι από εκδίκηση, αλλά από ένστικτο επιβίωσης της αλήθειας.

Και εδώ αρχίζει η υποκρισία όλων.

Η κυβέρνηση έχει κουράσει. Όχι μόνο από την ακρίβεια που στραγγαλίζει, ούτε από τους μισθούς που τελειώνουν στις 15 του μήνα. Κυρίως από την αλαζονεία. Από τη βεβαιότητα ότι «δικαιούται» να κυβερνά χωρίς να λογοδοτεί. Από τη νοοτροπία καθεστώτος που εκπέμπεται στη δημόσια σφαίρα: μικρορουσφέτια, κλειστά αυτιά, κλειστές πόρτες, και ένα ύφος που πληγώνει τον εγωισμό και το φιλότιμο του Έλληνα. Αυτό δεν το αντέχει ο πολίτης. Ποτέ δεν το άντεξε.

Αλλά αν η Δεξιά ενοχλεί με την αυταρέσκειά της, η Αριστερά εξοργίζει με την αιώνια ανωριμότητά της.

Αντί ψυχραιμίας, λύσσα. Αντί πολιτικής σκέψης, ένστικτο ελέγχου. Μπροστά σε μια μητέρα που αμφισβητεί ταυτόχρονα κυβέρνηση και αντιπολίτευση, η Αριστερά δεν είδε κοινωνικό ρήγμα, δεν είδε κραυγή πολιτών, δεν είδε ευκαιρία πολιτικοποίησης. Είδε απειλή. Και ό,τι δεν ελέγχει, το πολεμά.

Δεν αντιπαρατέθηκε δημιουργικά. Δεν είπε: «εδώ υπάρχει ένα επικίνδυνο, ακατέργαστο ρεύμα – ας το συζητήσουμε, ας το μορφώσουμε, ας το εντάξουμε σε θεσμικά όρια». Αντί γι’ αυτό, επέλεξε τη χλεύη, την ηθική υπεροψία, το εύκολο: «δεν ξέρει», «δεν κάνει», «δεν ανήκει». Λες και η πολιτική είναι ιδιοκτησία. Λες και η κοινωνία οφείλει πρώτα να περάσει από κομματικό κατηχητικό για να πονέσει δημόσια.

Ναι, η άσκηση της πολιτικής δεν είναι ζήτημα καλών προθέσεων. Είναι ζήτημα ικανοτήτων, γνώσης, τεχνογνωσίας. Και ναι, ειπώθηκαν άστοχες δηλώσεις, που η ίδια προσπάθησε να ανασκευάσει. Δεν χρειάζονται αγιογραφίες. Δεν χρειάζεται να δικαιολογηθούν λάθη. Χρειάζεται, όμως, στοιχειώδης ενσυναίσθηση και πολιτική ευφυΐα.

Ένας νέος πολιτικός φορέας «εκτός των τειχών» δεν γεννιέται έτοιμος. Γεννιέται θυμωμένος, ακατέργαστος, αντιφατικός. Το ερώτημα δεν είναι αν είναι επικίνδυνος – κάθε αυθόρμητο κοινωνικό ρεύμα είναι. Το ερώτημα είναι ποιος θα τον μετατρέψει σε δημιουργική δύναμη και ποιος θα τον σπρώξει στην εκτροπή.

Η Αριστερά, αν ήθελε πράγματι να διαφέρει από εκείνους που κατηγορεί για αυταρχισμό, θα όφειλε να εμφυλοχωρήσει: να ευθυγραμμίσει χωρίς να καπελώσει, να πρεσβεύσει χωρίς να υποθάλψει, να διαπαιδαγωγήσει χωρίς να νουθετήσει άγαρμπα. Να αναγνωρίσει ότι η «φιλοδοξία» κάποιες φορές δεν είναι ματαιοδοξία, αλλά ανάγκη να ακουστείς όταν όλοι σε αγνοούν.

Αντί γι’ αυτό, πυροβολεί την πιανίστα!

Και έτσι, δεξιά και αριστερά, αποδεικνύουν το ίδιο πράγμα: δεν φοβούνται τα λάθη της. Φοβούνται ότι παίζει μια μελωδία που δεν ελέγχουν. Ότι θυμίζει στους πολίτες πως όταν σου παίρνουν το παιδί, το δίκιο ή την αξιοπρέπειά σου χωρίς λογαριασμό, κάποια στιγμή ο θυμός ζητά πολιτική έκφραση.

Μην πυροβολείτε, λοιπόν, την πιανίστα.

Κοιτάξτε πρώτα γιατί η αίθουσα είναι γεμάτη οργή – και γιατί κανείς από τους «επαγγελματίες της πολιτικής» δεν τόλμησε να παίξει πριν από εκείνη.

Δ.Μ.

Σχετικές δημοσιεύσεις