Μην κόψετε τη μνήμη: Η Μεγαλόπολη ζητά να σώσει τη βιομηχανική της ιστορία

ΔΕΗ

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα τελειώσει η λιγνιτική εποχή της Μεγαλόπολης. Αυτή η απόφαση έχει σε μεγάλο βαθμό ληφθεί και η ΔΕΗ δηλώνει επισήμως ως στρατηγικό της στόχο την παύση της λιγνιτικής παραγωγής και την αποκατάσταση και επαναξιοποίηση των λιγνιτικών περιοχών. Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό και πολύ πιο επείγον: θα τελειώσει μαζί της και η μνήμη της Μεγαλόπολης;

Διότι αυτή τη στιγμή μηχανήματα και εγκαταστάσεις που συγκρότησαν επί περισσότερο από μισό αιώνα ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά κέντρα της χώρας αποξηλώνονται. Σύμφωνα με τις επανειλημμένες δημόσιες παρεμβάσεις του Συνδέσμου Συνταξιούχων ΔΕΗ Μεγαλόπολης, τμήματα της 3ης Μονάδας, ταινιόδρομοι, αποθέτες, απολήπτες και άλλος εξοπλισμός έχουν ήδη απομακρυνθεί, ενώ εκσκαφείς έχουν σημανθεί για κοπή. Το πιο ηχηρό καμπανάκι ήχησε στις 25 Ιουνίου 2026, όταν καταστράφηκε ο ιστορικός απολήπτης SR240, μηχάνημα κατασκευής του 1957, που είχε μεταφερθεί αργότερα στη Μεγαλόπολη και αποτελούσε σπάνιο τεκμήριο της πρώιμης λιγνιτικής τεχνολογίας.

Κανείς σοβαρός δεν υποστηρίζει ότι πρέπει να διατηρηθεί κάθε βίδα και κάθε μέτρο παλαιού εξοπλισμού. Αυτό θα ήταν ούτε τεχνικά ούτε οικονομικά λογικό. Το αυτονόητο όμως σε μια ευρωπαϊκή χώρα είναι να προηγούνται καταγραφή, επιστημονική αξιολόγηση και επιλογή. Να αποφασίζει μια διεπιστημονική ομάδα τι έχει ιστορική, τεχνολογική, αρχιτεκτονική ή κοινωνική αξία και μόνο ύστερα να προχωρούν οι αποξηλώσεις.

Στη Μεγαλόπολη φαίνεται να συμβαίνει το αντίστροφο: η συζήτηση για το τι πρέπει να σωθεί άνοιξε ενώ η αποξήλωση είχε ήδη προχωρήσει.

Και δεν έλειψαν οι προειδοποιήσεις. Ήδη από τον Φεβρουάριο του 2022 η Ένωση Πατριωτικών Σωματείων των Φαλαισιωτών είχε προτείνει επισήμως προς τη ΔΕΗ τη μετατροπή εγκαταστάσεων των λιγνιτικών μονάδων σε βιομηχανικό μουσειακό χώρο. Τα τελευταία χρόνια και μήνες το ζήτημα επανήλθε από πολίτες και ανθρώπους της Μεγαλόπολης. Ο Ι.Γ. Ασημακόπουλος έγραφε στις 26 Αυγούστου 2026 για την ανάγκη ενός οργανωμένου Κέντρου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Ιστορίας, που θα συνδέσει την ιστορία του λιγνίτη, την τεχνολογία και τη ζωή των εργαζομένων με τη νέα εποχή. Μία μέρα νωρίτερα, ο Μεγαλοπολίτης συγγραφέας που γράφει με το ψευδώνυμο «Αίμων» έθετε με άλλο ύφος το ίδιο βασανιστικό ερώτημα: τι θα απομείνει στη Μεγαλόπολη μετά τον λιγνίτη;

Πιο συστηματικά παρενέβησαν ο Σύνδεσμος Συνταξιούχων και ο Σαράντος Αλεξανδρής. Από τον Ιούνιο ζητούσαν ενημέρωση από τα αρμόδια στελέχη της ΔΕΗ. Ακολούθησαν δημόσιες καταγγελίες τον Αύγουστο, επείγουσα επιστολή προς τον Δήμαρχο Μεγαλόπολης στις 25–26 Αυγούστου και ανοικτή επιστολή προς τη ΔΕΗ στις 2 Σεπτεμβρίου, με αίτημα αναστολής των αποξηλώσεων, πλήρους καταγραφής και δημιουργίας Μουσείου Βιομηχανικής και Ενεργειακής Κληρονομιάς και Βιομηχανικού Πάρκου.

Έτσι έφτασε τελικά το ζήτημα στο Δημοτικό Συμβούλιο. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2026, εμφανίσθηκε ως 9ο θέμα της ημερήσιας διάταξης με τίτλο «Ενημέρωση, αξιολόγηση και λήψη απόφασης σχετικά με τις αποξηλώσεις εξοπλισμού στα Ορυχεία και στους ΑΗΣ Μεγαλόπολης». Ο πρόεδρος του Συνδέσμου, Νίκος Πετρόπουλος, ζήτησε αναστολή της αποξήλωσης, καταγραφή, δημιουργία μουσείου και ενεργοποίηση του σχεδιασμού για αντλησιοταμίευση. Η Λαϊκή Συσπείρωση έθεσε το θέμα στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της απολιγνιτοποίησης και ζήτησε, μεταξύ άλλων, επαναλειτουργία της 4ης Μονάδας. Άλλοι αιρετοί και παριστάμενοι ζήτησαν πλήρη κατάλογο του εξοπλισμού και αξιολόγηση πριν από οποιαδήποτε καταστροφή.

Και εδώ αρχίζουν οι ευθύνες
Η ΔΕΗ δικαιούται και οφείλει να διαχειριστεί περιουσιακά στοιχεία, εγκαταστάσεις που παύουν να λειτουργούν και περιβαλλοντικές υποχρεώσεις. Δεν αρκεί όμως η λογιστική ή εργολαβική διαχείριση ενός ενεργειακού κέντρου τέτοιας ιστορικής σημασίας. Εάν πράγματι υλοποιούνται συμβάσεις αποξήλωσης χωρίς προηγουμένως να έχει παρουσιαστεί δημόσια ένας τεκμηριωμένος κατάλογος του εξοπλισμού που προστατεύεται, του εξοπλισμού που απομακρύνεται και των κριτηρίων επιλογής, υπάρχει ένα σοβαρό έλλειμμα διαφάνειας και ιστορικής ευθύνης. Η ίδια η εταιρεία μιλά για «βέλτιστη οικολογική αποκατάσταση και αξιοποίηση» των πρώην λιγνιτικών περιοχών. Η έννοια της αξιοποίησης όμως δεν μπορεί να αποκλείει τη βιομηχανική κληρονομιά.

Η κυβέρνηση έχει σχεδιάσει χρηματοδοτικά εργαλεία, επενδύσεις και δράσεις Δίκαιης Μετάβασης. Το αρχικό masterplan προέβλεπε για τη Μεγαλόπολη φωτοβολταϊκά, επιχειρηματικό πάρκο, υδροπονία, θεματικό πάρκο και άλλες επενδύσεις, ενώ σήμερα υπάρχουν και προγράμματα επιδοτούμενης απασχόλησης στις περιοχές απολιγνιτοποίησης. Εκείνο που δεν διακρίνεται με ανάλογη σαφήνεια είναι ένα θεσμοθετημένο σχέδιο διάσωσης της βιομηχανικής μνήμης της Μεγαλόπολης. Και εδώ υπάρχει κενό. Δίκαιη Μετάβαση χωρίς μνήμη δεν είναι ολοκληρωμένη μετάβαση.

Αλλά ακόμη μεγαλύτερη είναι πλέον η ευθύνη της Αυτοδιοίκησης
Ο Δήμος γνώριζε από χρόνια ότι ερχόταν το τέλος της λιγνιτικής περιόδου. Το 2024 ζητούσε, μεταξύ άλλων, έργα ΑΠΕ, αντλησιοταμίευση και αποκατάσταση των ορυχείων. Γιατί, λοιπόν, δεν είχε συγκροτηθεί εγκαίρως μια επιστημονική επιτροπή βιομηχανικής κληρονομιάς; Γιατί δεν υπήρχε ήδη καταγεγραμμένος κατάλογος των μηχανημάτων και εγκαταστάσεων που η πόλη απαιτεί να διασωθούν; Γιατί το ζήτημα έφτασε στο Δημοτικό Συμβούλιο αφού είχε ήδη χαθεί ο SR240;

Ακόμη και στις 8 Σεπτεμβρίου, το Συμβούλιο δεν κατέληξε σε άμεση δεσμευτική κοινή απόφαση για αναστολή, αλλά επέλεξε να ζητήσει πληρέστερη ενημέρωση από τη ΔΕΗ, νομική υποστήριξη και να επεξεργαστεί κοινό ψήφισμα σε επόμενη φάση. Ο Δήμαρχος χαρακτήρισε θετική την πρόταση του Συνδέσμου και ο πρόεδρος του Συμβουλίου δήλωσε ότι θα ζητηθεί ενημέρωση από τη ΔΕΗ και παρουσία εκπροσώπου της σε επόμενη συνεδρίαση. Αυτή η στάση μπορεί να εξηγείται θεσμικά. Δεν απαντά όμως στο επείγον ερώτημα: τι θα έχει απομείνει μέχρι να ολοκληρωθεί η ενημέρωση;

Και η Περιφέρεια Πελοποννήσου, ο δεύτερος βαθμός Αυτοδιοίκησης, δεν μπορεί να παρακολουθεί από απόσταση. Η βιομηχανική κληρονομιά της Μεγαλόπολης δεν είναι τοπική υπόθεση μιας πόλης. Είναι τμήμα της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας ολόκληρης της Πελοποννήσου. Χρειάζεται περιφερειακή πρωτοβουλία, χρηματοδότηση μελέτης, συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού, πανεπιστήμια, το ΤΕΕ και ειδικούς στη βιομηχανική αρχαιολογία.

Το ευρωπαϊκό παράδειγμα δείχνει τον δρόμο. Στο βελγικό Genk, η δημοτική αρχή δεν θεώρησε το κλειστό ορυχείο Winterslag ένα άχρηστο κουφάρι. Το απέκτησε και το ενέταξε σε μια νέα πολιτιστική και οικονομική λειτουργία. Στη Βαλλονία, τα Grand-Hornu, Bois-du-Luc, Bois du Cazier και Blegny-Mine διατηρούν τεχνικά κατάλοιπα, βιομηχανικά κτίρια, οικισμούς εργαζομένων και τη συλλογική μνήμη της εξόρυξης· η UNESCO τα θεωρεί ολοκληρωμένη μαρτυρία της βιομηχανικής επανάστασης.

Αυτό χρειάζεται και η Μεγαλόπολη: άμεσο πάγωμα της καταστροφής όσου εξοπλισμού μπορεί να έχει ιστορική αξία, ανεξάρτητη επιστημονική καταγραφή, επιλογή αντιπροσωπευτικών μηχανημάτων και εγκαταστάσεων, θεσμική προστασία και ένα ολοκληρωμένο Μουσείο και Πάρκο Βιομηχανικής και Ενεργειακής Κληρονομιάς.

Όχι ένα νεκρό μουσείο νοσταλγίας. Έναν ζωντανό χώρο τεχνολογίας, εκπαίδευσης, ιστορίας της εργασίας, ενεργειακής γνώσης και βιομηχανικού τουρισμού, συνδεδεμένο με τη νέα παραγωγική ταυτότητα της περιοχής.

Η Μεγαλόπολη έδωσε για δεκαετίες γη, νερό, περιβάλλον, εργασία και ανθρώπινες ζωές για να ηλεκτροδοτηθεί η Ελλάδα. Δεν ζητά να διατηρηθεί ολόκληρο το παρελθόν της κάτω από γυάλινη προθήκη.

Ζητά κάτι πολύ πιο στοιχειώδες:
Να μην της αφαιρέσουν, μαζί με το μέλλον, και τα αποδεικτικά στοιχεία του παρελθόντος της.

Δημ. Μητρόπουλος

Σχετικές δημοσιεύσεις