
- Ομιλία του Τριπολίτη Αναπληρωτή Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημητρίου Ν. Λαδά στην εκδήλωση (28/6/2026) για τα 201 χρόνια από τη φονική Μάχη των Τρικόρφων (24 Ιουνίου 1825)
Η Αρκαδία, τόπος του Αρκαδικού ιδεώδους, ταυτίζεται διεθνώς με το ιδανικό της απλότητας, της ελευθερίας και της ποιητικής έμπνευσης. Ταυτόχρονα είναι η μήτρα γέννησης και δράσης ηρώων που κουβάλαγαν μέσα τους όλα τα χαρακτηριστικά της φυλής και δεν δίστασαν ακόμη και να θυσιάσουν την ίδια τη ζωή τους, στο όνομα της πίστης και της ελευθερίας, για να χτιστεί το οικοδόμημα της ευημερίας στην οποία μπορούμε να ζούμε εμείς που βρεθήκαμε σήμερα εδώ, ανταποκρινόμενοι στο τιμητικό κάλεσμα του Δημάρχου Τρίπολης, ιατρού κ. Κώστα Τζιούμη και της υπεύθυνης Αντιδημάρχου κ. Μαρίας Φράγκου. Συγχαρητήρια αξίζουν ο Δήμος Τριπόλεως και στους υπεύθυνους της Δημοτικής Ενότητας Φαλάνθου για την ημέρα Α-ληθείας, την ανάμνηση της μάχης των Τρικόρφων, η οποία όμως δεν αναφέρεται στον κατάλογο Μαχών του ΓΕΣ.
Στο θρόισμα του αέρα ακούγεται ο παιάνας
«Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε,
ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ἐλευθεροῦτε δὲ
παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τε πατρῴων ἕδη,
θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών»
Το διαχρονικό άσμα εμψύχωσης όλων των ελληνικών αγώνων έγινε ο Θούριος (1821) του Ρήγα: «Δεύτε παίδες των Ελλήνων…»
Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Στόχος ήταν να θυμίσει στους υπόδουλους Έλληνες ότι είναι οι απευθείας απόγονοι εκείνων που νίκησαν τον Ξέρξη, ξυπνώντας το εθνικό τους συναίσθημα μέσα από την ιστορική συνέχεια.
Όπως στην αρχαιότητα ο παιάνας έδινε τη θέση του στον αλαλαγμό, έτσι και το 1821, τη στιγμή της τελικής επίθεσης (γιουρούσι), το τραγούδι σταματούσε. Οι Έλληνες ορμούσαν με γυμνά γιαταγάνια και μέσα από τα σωθικά τους έβγαζαν άγριες πολεμικές κραυγές, επικαλούμενοι την Παναγία ή τον Χριστό: «Επάνω τους, για του Χριστού την πίστη την Αγία!», κάτι που αντιστοιχούσε απόλυτα στον αρχαίο αλαλαγμό, τις πολεμικές ιαχές που εκτονώνουν την ένταση της στιγμής, εκφοβίζουν τον εχθρό και δηλώνουν την έναρξη της επίθεσης.
Μια μέρα καλοκαιρινή σαν την σημερινή, πριν από 201 χρόνια την ηρεμία του αρκαδικού τοπίου, που λάτρεψαν οι ποιητές έσκιζαν αλαλαγμοί και φωνές, βογκητά από τις κλαγγές των γιαταγανιών, που έσκιζαν τον αέρα για να πλήξουν εχθρικά κορμιά. Λυσσαλέες μάχες, σώμα με σώμα. Κόντρα στη λογική, αλλά μέσα στην πολεμική παράδοση των Ελλήνων∙ οι λιγότεροι δεν κιοτεύουν, τα βάζουν μαζί τους και χαλάνε τους περισσότερους. Η εξαθλίωση της τουρκοκρατίας δεν κατάφερε να εξαλείψει το ελληνικό πνεύμα, τη φλόγα του οποίου είχαν κρατήσει ζωντανή σαν το ιερό, ανέσπερο Άγιο Φως της Ανάστασης ο ελληνισμός της διασποράς και τα κρυφά σχολειά, που μπόλιαζαν με την ελληνορθόδοξη παιδεία τα φτωχά ελληνόπουλα, για να γίνουν οι μαχητές εκείνοι που θα αγωνίζονταν για τη λευτεριά.
Ο σπόρος της γνώσης είχε φυτρώσει στις ψυχές και θέριευε στο dna της φυλής δείχνοντας τη συνέχεια και την ταυτότητα.
Πώς φτάσαμε όμως στην 24η Ιουνίου 1825;
Ο αγώνας για τη Λευτεριά που είχε ξεκινήσει το Μάρτιο του 1821 από τη Μάνη, την Καλαμάτα και την Αγία Λαύρα, είχε δυστυχώς ξεπέσει, είχε χάσει τον απελευθερωτικό προσανατολισμό του και τον Ιούνιο του 1825 είχε περιέλθει σε δυσκολίες που διακύβευαν τον τελικό σκοπό: την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού και την ελεύθερη ζωή, ως ιστορική συνέχεια των Ελλήνων.
Η διχόνοια όμως είχε μολύνει τους Έλληνες. Η καθαρή λογική και η σύνεση είχαν υποχωρήσει. Τη θέση τους είχε καταλάβει η φιλαρχία. Ο εμφύλιος σπαραγμός κατάτρωγε τα σωθικά της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης.
Η δημιουργία δύο πόλων εξουσίας ήταν ο ορισμός του εθνικού διχασμού. Το 1823 η Ελλάδα είχε δύο αντίπαλες διοικήσεις: Το «Βουλευτικό», που αποτελούσαν κυρίως πολιτικοί και νησιώτες εφοπλιστές, με επικεφαλής τον Κουντουριώτη και το «Εκτελεστικό» που απάρτιζαν οι στρατιωτικοί της Πελοποννήσου, με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη είχε εξασφάλισε το πρώτο αγγλικό δάνειο. Αυτό της έδωσε την ισχύ να επηρεάσει άλλους οπλαρχηγούς, απομονώνοντας τον Γέρο του Μοριά.
Δυστυχώς η επανάσταση είχε λάβει αρνητική για τον τελικό σκοπό έκβαση. Ο εθνεγέρτης, αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θεμελιωτής και στυλοβάτης του αγώνα για την εθνική απελευθέρωση είχε εκτοπιστεί λόγω του εμφυλίου πολέμου από την κυβέρνηση Κουντουριώτη στο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα στις 6/2/2025. Μέσα στην εθνική φαγωμάρα ο εχθρός ανασυντάχθηκε και προσπάθησε να πλήξει την επανάσταση στον πυρήνα της, την Πελοπόννησο. Από τη Σούδα, ανενόχλητος ο Ιμπραήμ Πασάς απέπλευσε και έκανε απόβαση στη Μεθώνη στις 11/2/1825 (μόλις πέντε ημέρες μετά τη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη), επιβεβαιώνοντας με τον πιο τραγικό τρόπο τις συνέπειες του εμφυλίου. Επικεφαλής οργανωμένου τακτικού αιγυπτιακού στρατού, αγκυροβόλησε στο φρούριο της Μεθώνης.
Αρχικά αποβιβάστηκαν περίπου 4.000 πεζοί και 400 ιππείς με ισχυρό πυροβολικό, σχηματίζοντας άμεσα προγεφύρωμα. Η επιχείρηση πέτυχε, καθώς οι Έλληνες επαναστάτες ήταν αποδιοργανωμένοι από τον πρόσφατο εμφύλιο πόλεμο. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη, απασχολημένη με την καταδίωξη των Πελοποννήσιων αντιπάλων της, άφησε τα νότια παράλια του Μοριά εντελώς απροστάτευτα.
Στην Πελοπόννησο αποβιβάστηκαν έμπειρα στρατεύματα που είχαν εκπαιδευτεί από Ευρωπαίους αξιωματικούς, εξουδετερώνοντας την υπεροχή των Ελλήνων σε ανοιχτές μάχες. Ακολούθησαν καθοριστικές πολιορκίες και καταστροφές (όπως στο Νεόκαστρο) και τέθηκε εκ νέου υπό οθωμανικό έλεγχο το μεγαλύτερο μέρος του Μοριά. Τον Απρίλιο του 1825, ο τακτικός στρατός του Ιμπραήμ προελαύνοντας διέλυσε τις ελληνικές δυνάμεις στο Κρεμμύδι, ανοίγοντας τον δρόμο για το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Φωτιά και φόνοι. Όσοι σώζονταν και δεν πιάνονταν αιχμάλωτοι κινδύνευαν με λιμό.
Ο φλογερός Αρχιμανδρίτης, ο Παπαφλέσσας, βλέποντας την αδράνεια των Ελλήνων, οχυρώθηκε στο Μανιάκι Μεσσηνίας για να σταματήσει προσωπικά τον Αιγυπτιακό στρατό. Κοντά του απέμειναν περίπου 300 Έλληνες που όρθωσαν το ιστορικό τους ανάστημα απέναντι σε πάνω από 6.000 τακτικούς στρατιώτες του Ιμπραήμ. Στις 20 Μαΐου 1825 ο Παπαφλέσσας και οι 300 αγωνιστές του έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι μετά από σφοδρή μάχη σώμα με σώμα και πήγαν να συναντήσουν στο Πάνθεο της Ιστορίας το Λεωνίδα και τους Τριακόσιους.
Η θυσία αυτή ταρακούνησε τη γραφειοκρατική αντίληψη διοίκησης ενός μη ακόμη απελευθερωμένου ελληνικού κράτους, γέμισε με οργή το ηθικό των Ελλήνων και ξεσήκωσε το λαό. Μπροστά στον κίνδυνο ολικής καταστολής της Επανάστασης, ο λαός αλλά και πολλοί πολιτικοί άρχισαν να απαιτούν την άμεση απελευθέρωση των φυλακισμένων οπλαρχηγών. Στις 18 Μαΐου 1825, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να υπογράψει γενική αμνηστία. Ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε και όταν έφτασε στο Ναύπλιο από την Ύδρα, έγινε δεκτός με παραληρηματικό ενθουσιασμό και ανέλαβε την αρχιστρατηγία. Στον λόγο του προς το πλήθος, ζήτησε να ξεχαστούν τα μίση του παρελθόντος, λέγοντας το περίφημο: «Στον δρόμο που ήρθα, έριξα τα κλειδιά της φυλακής μου στη θάλασσα. Ρίξτε και εσείς τα δικά σας μίση».
Το αρχαίο κάλεσμα «νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών» (τώρα είναι ο αγώνας για τα πάντα) αντικατοπτρίζει πλήρως στην ανάγκη να πατηθεί «ο ζυγός της τυραννίας». Η σύγκρουση με το εισβολέα στην απελευθερωθείσα Πελοπόννησο ήταν μονόδρομος.

Η Μάχη στα Τρίκορφα (24 Ιουνίου 1825)2
Μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς από τον αιγυπτιακό στρατό του Ιμπραήμ στα μέσα του 1825, οι Έλληνες επιχείρησαν να αποκλείσουν εκεί τους Αιγύπτιους. Ο Κολοκοτρώνης με την παρουσία του ενέπνευσε τους μαχητές, συγκέντρωσε δυνάμεις και ήρθε στο σημείο αυτό, να αναμετρηθεί με τον Ιμπραήμ και να σταματήσει την καταστροφή της Πελοποννήσου. Οι Έλληνες μαχητές παρατάχθηκαν απέναντι στον αριθμητικά υπέρτερο εχθρό, μιλιούνια ήταν. Τα παιδιά του Λεωνίδα δεν φοβήθηκαν τους αιμοσταγείς εχθρούς που κατάκαιγαν και κατέστρεφαν τη χώρα, ανθρώπους, ζώα, σπαρτά και προμήθειες και καταργούσαν, ξηλώνοντας το νήμα των αρχικών επιτυχιών της επανάστασης.
Σε αυτό το σκηνικό Ο Κολοκοτρώνης, έχοντας πλέον την ηγεσία, προσπάθησε να αποκλείσει τον Ιμπραήμ στα Τρίκορφα Αρκαδίας, κοντά στην Τρίπολη. Το σημείο αυτό ήταν στρατηγικό. Εδώ είχε εγκαταστήσει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης το στρατηγείο του, όταν πολιορκούσε την Τριπολιτσά, ενώ το 1779 ο πατέρας του Κωνσταντής με χίλιους άνδρες είχε κατατροπώσεις τουρκαλβανούς κατά την εξέγερση των Ορλοφικών.
Οι Έλληνες (περίπου 10.000) έστησαν οχυρά (ταμπούρια) στα γύρω υψώματα για να παγιδεύσουν τις αιγυπτιακές δυνάμεις. Οι Καρυτινοί έπιασαν το Χρυσοβίτσι και την Πιάνα. Οι Αργείοι και Τριπολιτσιώτες τοποθετήθηκαν στα Τσιπιανά. Οι Κορίνθιοι, Καλαβρυτινοί και οι άνδρες του Νικηταρά πήραν θέση στο Λεβίδι. Οι Μονεμβασιώτες και οι Λάκωνες ενίσχυσαν τον Υψηλάντη στα Βέρβενα.
Όταν πήραν είδηση ότι νέα εχθρική δύναμη ετοιμαζόταν να βγει από τα μεσσηνιακά φρούρια με προορισμό την Τριπολιτσά, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πρότεινε να επιτεθούν και να χτυπήσουν τον Ιμπραήμ, πριν αυτός ενισχυθεί με νέες δυνάμεις. Η στρατηγική τακτική του Θ. Κολοκοτρώνη ήταν να παρασύρει τον κύριο όγκο του στρατού του Ιμπραήμ προς τα Τρίκορφα κι έπειτα να χτυπήσει τα πλευρά του από τον Μύτικα στα αριστερά και το Καπαρέλι-Ζέλι στα δεξιά.
Ωστόσο το σχέδιο αυτό δεν το αποδέχθηκαν όλοι οι οπλαρχηγοί. Οι Α. Ζαΐμης, Α. Λόντος, Ι. Νοταράς και Β. Πετιμεζάς αρνήθηκαν την πρόταση του Θ. Κολοκοτρώνη να στρατοπεδεύσουν στον Μύτικα, με το επιχείρημα ότι δεν υπήρχε νερό, και στρατοπέδευσαν τη νύχτα της 23ης Ιουνίου 1825 στην Άνω Χρέπα, με συνέπεια το σχέδιο να μετατραπεί από επιθετικό σε αμυντικό. Ο Ιμπραήμ, από τα πολλά φώτα που έβλεπε τη νύχτα, υποψιάστηκε τις κινήσεις των επαναστατών και έστειλε ένα τάγμα να καταλάβει τα οχυρώματα των Τρικόρφων.
Τη δεξιά πλευρά των οχυρωμάτων την κρατούσαν ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, Ν. Ταμπακόπουλος και ο Γ. Δημητρακόπουλος, το κέντρο ο Κ. Δεληγιάννης, την αριστερή πλευρά ο Παπατσώνης και την οπισθοφυλακή Καλαβρυτινά και Κορινθιακά στρατεύματα. Στην Άνω Χρέπα έχουν στρατοπεδεύσει οι Α. Ζαΐμης, Α. Λόντος και Θ. Κολοκοτρώνης. Οι δε άνδρες του Πλαπούτα και Κρίτσαλη έπιασαν την περιοχή γύρω από το Βαλτέτσι.
Η μάχη ξεκινάει τα ξημερώματα της 24ης Ιουνίου. Ο Ιμπραήμ έστειλε όλο του τον στρατό (μεταξύ 15.000-25.000), και με το πυροβολικό του βομβάρδισε τις θέσεις των Ελλήνων (περίπου 10.000), οι οποίοι αντιστάθηκαν ηρωικά περιμένοντας ενισχύσεις.
Ο Δ. Υψηλάντης και Κ. Μαυρομιχάλης από τα Βέρβενα που είχαν σταθμεύσει με τα στρατεύματά τους, δεν έστειλαν βοήθεια, ενώ από το Βαλτέτσι ήρθαν ο Πλαπούτας και ο Γκρίτζαλης, αλλά βρήκαν αντίσταση από το πολυάριθμο εχθρικό ιππικό και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Η άμυνα των Ελλήνων στα Τρίκορφα εξακολούθησε απεγνωσμένα, προξενώντας μεγάλη φθορά στους εχθρούς που τους επιτίθονταν. Ο Ιμπραήμ αντιλαμβανόμενος ότι θα ήταν αδύνατο να κυριεύσει τα οχυρώματα, πήρε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του και βγήκε πίσω από τα Τρίκορφα, όπου δέχτηκε από κοινού τα πυρά και των Τρικόρφων και των Καλαβρυτινών που βρίσκονταν στα άλλα υψώματα. Η οπισθοφυλακή όμως που αποτελείτο από Καλαβρυτινούς και Κορίνθιους οπισθοχωρεί και εγκαταλείπει τις δεσπόζουσες θέσεις τους, αφήνοντας το οχυρό του Γ. Κολοκοτρώνη και του Ν. Ταμπακόπουλου σχεδόν περικυκλωμένο από το στρατό του Ιμπραήμ.
Η μάχη κράτησε συνολικά σχεδόν δέκα ώρες. Το Αποτέλεσμα: Οι Έλληνες μέτρησαν πάνω από 200 νεκρούς, ανάμεσα στους οποίους έπεσαν ηρωικά οπλαρχηγοί, όπως ο Νικόλαος Ταμπακόπουλος, ο Δημήτριος Παπατσώνης ο Γεώργιος Δημητρακόπουλος, ο Παπασταθόπουλος Λαγκαδινός και ο Κωνσταντίνος Μπούρας. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης ίσα που διασώθηκε από του χάρου τα δόντια.3
Στον τόπο αυτό ποτίστηκε με αίμα νεανικό, με αίμα καπεταναίων, ηρώων Ελλήνων το δέντρο της λευτεριάς. Οι ήρωες καθαγιάστηκαν. Ο Κολοκοτρώνης άλλαξε πολεμική τακτική μετά τη χαμένη μάχη για να κερδίσει τον αγώνα. Στρατιωτικά, έκανε ανταρτοπόλεμο. Πολιτικά συμφώνησε να δεχθεί η Ελλάς βοήθεια από την Αγγλία. Η αναγνώριση της χώρας από την Αγγλία οδήγησε στην ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους.
Κύριε Δήμαρχε. Τα μηνύματα της σημερινής ημέρας θα μπορούσαν να είναι οι εξής παραδοχές.
Ο ΕΛΛΗΝ ανέκαθεν αντιμετώπισε τον θάνατο με μεγαλείο ψυχής “υπέρ βωμών και εστιών”, χάριν της “ελευθερίας”, ορθώνοντας το γήινο ανάστημά του σε θεϊκό επίπεδο, αψηφώντας τον φόβο του αγνώστου, ανατρέποντας δεδομένα, λογική και προβλέψεις και γράφοντας σελίδες ηρωισμού. Ενδεικτικά: Θερμοπύλες, Μαραθώνας, Πλαταιές, Μανιάκι, Τρίκορφα, Σούλι, Μεσολόγγι και Αλβανικό Μέτωπο. Κάθε Έλληνας μαχητής έχει δώσει ανάσες ζωής στους υπολοίπους, επιγόνους και απογόνους, αλλά ακόμη και των ιδίων των επιζώντων αγωνιστών να αποβιώνουν ειρηνικά, απολαμβάνοντας το δικαίωμα της αξιοπρεπούς ζωής.
Προϋπόθεση λοιπόν για τη συνειδητοποίηση της αξίας της ζωής μέσα από την αναπόσπαστη, σύστοιχη κατάληξή της, τον θάνατο, αποτελεί η επιμέλεια της ανθρώπινης υποστάσεως, η οποία εξυπηρετεί τη βάση της ατομικής αρμονίας. Κοινωνική προέκταση της ατομικής αρμονίας αποτελεί η κοινωνική ένταξη, συμμετοχή και παρουσία, η οποία συνίσταται σε δημιουργική αξιοποίηση της επίγειας περιελεύσεως και οδηγεί στο καθ’ ομοίωσιν. Με τη συνειδητοποίηση της εφημερότητας και της χρονικής σχετικότητας διαπαιδαγωγούνται και διαπλάθονται συνετοί χαρακτήρες, που δεν διστάζουν όμως να συγκρουστούν σε βίαιες συνθήκες, όταν η αντιμετώπιση έξωθεν κινδύνων το επιτάσσει. Αναπτύσσεται, επίσης, ο ανθρωπιστικός χαρακτήρας ζωής, καθότι υπάρχει συμπόνια και κατανόηση για τους πάσχοντες. Ο λόγος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προς τους νέους στην Πνύκα είναι χαρακτηριστικός. Η Πολιτεία πρέπει να προσανατολίσει την εκπαίδευση των νεολαίων στον όρκο του Αθηναίου Πολίτη.
Με την απαλοιφή του φόβου του θανάτου, διαπλάθονται πολίτες υπεύθυνοι πρωταρχικά έναντι του εαυτού τους και συνεπακόλουθα έναντι της κοινωνίας, προγενέστερης, σύγχρονης και μεταγενέστερης, η οποία κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιβιώσει με αξιοπρέπεια. Αντίθετα, κοινωνίες οι οποίες συστηματικά δημιουργούν φοβισμένους έναντι του θανάτου ανθρώπους, αναπτύσσουν την ανευθυνότητα, την προσδοκία λύσης των προβλημάτων από κάποιους άλλους, εκτός από τους ίδιους, καλλιεργούν την ενδοτικότητα στερώντας την αγωνιστικότητα και εγκυμονούν αυτοκτονικά της κοινωνίας σύνδρομα. Το να ζει κανείς την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία, σημαίνει ότι αποκλείει τον φόβο του θανάτου, ότι απολαμβάνει την ομορφιά της ζωής, φυσικής και κοινωνικής, της μεθέξεως συντελουμένης με τη συμμετοχή στα κοινά, με τη δημιουργική και ανθρωπιστική αξιοποίηση του βίου. Οι γενναίοι, οι ήρωες αφήνουν το αποτύπωμά τους στη γη. Δεν τους ξεχνάμε.
Αθάνατοι, οι πεσόντες αγωνιστές! Αιωνία τους η μνήμη.
Δημήτριος Ν. Λαδάς
Αν. καθηγητής Νομικής Σχοκής ΕΚΠΑ
Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω
Έφεδρος Ανθλ/γός Ε.Σ.
Υποσημειώσεις
1. Σχέδιο ομιλίας για την εκδήλωση της 28/6/2026. Για τη συγγραφή κύρια πηγή ήταν: Δασκαρόλης Ι., Η μάχη στα Τρίκορφα Η συντριβή των Ελλήνων από τον Ιμπραήμ και τα επακόλουθά της, Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 295 3/2022 σ. 8 επ. Λαδάς Δ., Ελεγεία Θανάτου, ωδή ζωής, Εφημ. Ακρόπολις 20.6.1998. Λαδάς Δ., Βάσις Ελληνισμού η Παιδεία, Μέρος Α και Μέρος Β, Φιλολογική Επιθεώρηση τ.159 (Οκτ/Δεκ 2003), τ. 160 (Ιαν/Μαρτ 2004).
2. Εξαιρετική η απόδοση της Μάχης στα Τρίκορφα στην Ηλ. Εφημερίδα ΟΔΟΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ, το πρωί της 28/6/2026.
3. Βλ. και Εκθεση για τη Μάχη στα Τρίκορφα του Θ. Κολοκοτρώνη, 26.6.1825, ΟΔΟΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ, ηλ. Έκδοση 28.6.2025.
