Αλέξανδρος Παναγούλης: Η Φωνή της Αντίστασης απέναντι στη Δικτατορία

ΔΙΒΡΗ ΑΛ. ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ ΓΙΩΤΑΣ
Δίβρη, 2/5/2026
  • Ομιλία – ντοκουμέντο του Στάθη Γιώτα στη Δίβρη για τα 50 χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Παναγούλη

Κυρίες και κύριοι,
Συμπληρώνονται φέτος πενήντα εννέα χρόνια από τότε που ο Αλέξανδρος Παναγούλης αποτόλμησε να εναντιωθεί δυναμικά στην στυγνή δικτατορία, που επιβλήθηκε στη χώρα μας με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, ιδρύοντας την αντιστασιακή οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση» και επιχειρώντας να εξοντώσει τον επικεφαλής της στρατιωτικής χούντας.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης και οι συναγωνιστές του ανήκαν στην εμβληματική γενιά που έμεινε στην ιστορία ως γενιά του 114. Το 114 ήταν το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος του 1952 που όριζε ότι «η τήρηση του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων».

Για τη γενιά μας το άρθρο τούτο καθιέρωνε το δικαίωμα της αντίστασης στον αυταρχισμό και την καταπίεση της «Δεξιάς» της εποχής εκείνης, αλλά και σε κάθε απόπειρα κατάλυσης της Συνταγματικής νομιμότητας της χώρας.

Το άρθρο 120 του Συντάγματος του 1975 που ισχύει και σήμερα ήλθε πολύ αργά μετά την εμπειρία της εφτάχρονης δικτατορίας, για να δικαιώσει ιστορικά, πολιτικά και ηθικά το αυτονόητο, το δικαίωμα της αντίστασης.

Σήμερα το άρθρο 120 του αναθεωρημένου Συντάγματος του 1975 ορίζει ότι: «η τήρηση του παρόντος Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία».

Όταν στις 21 Απριλίου του 1967 καταλύεται η δημοκρατία με το πραξικόπημα της χούντας των Συνταγματαρχών ο Αλέξανδρος Παναγούλης υπηρετώντας τότε την θητεία του λιποτακτεί για να στρατευθεί αμέσως στην υπόθεση της Αντίστασης και της ανατροπής της δικτατορίας.

Γίνεται επαναστάτης. Επιχειρεί να πλήξει την καρδιά της δικτατορίας. Αστοχεί. Συλλαμβάνεται, υποβάλλεται σε φριχτά βασανιστήρια και παραπέμπεται να δικαστεί στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών.

Είχαμε την τιμή να βρισκόμαστε ανάμεσα στους συναγωνιστές του και να γίνουμε μάρτυρες του απαράμιλλου θάρρους και της γενναιότητας του αγωνιστή που αψηφώντας τον θάνατο,υπερασπιζόταν τις πράξεις του, αφήνοντας άναυδους τους στρατοδίκες.

Στις 4 Νοέμβρη 1968, μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, αρχίζει η δίκη.

Στην αίθουσα του Στρατοδικείου φέρνουν δέσμιο με τα χέρια δεμένα πίσω με χειροπέδες τον Παναγούλη. Τον κρατούν σφιχτά από τα μπράτσα και από τους καρπούς των χεριών του δυο σωματώδεις χωροφύλακες με πολιτική περιβολή. Η απεργία πείνας των ημερών της ανάκρισης και τα φρικτά βασανιστήρια έχουν αφήσει τα σημάδια στο πρόσωπό του. Φοράει τη στολή του στρατιώτη που είναι στραπατσαρισμένη από τον πρωινό ξυλοδαρμό για να τον αναγκάσουν να τη φορέσει.

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει είναι: Λιποταξία στο εξωτερικό, παράβαση του αναγκαστικού νόμου 509, του 1947, απόπειρα ανθρωποκτονίας, οπλοφορία και κατοχή εκρηκτικών υλών. Για τις δυο πρώτες κατηγορίες η προβλεπόμενη ποινή είναι θάνατος.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης, από την αρχή της δίκης δεν θα δεχθεί παθητικά τον ρόλο του κατηγορουμένου, αλλά θα γίνει κατήγορος εκείνων που κατέλυσαν την συνταγματική νομιμότητα και εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς στυγνής δικτατορίας στη χώρα.

Με την έναρξη της συνεδρίασης ο πρόεδρος του στρατοδικείου διαβάζει τον κατάλογο των κατηγορουμένων: «Αλέξανδρος Παναγούλης, στρατιώτης».

Αμέσως ο Παναγούλης – του είχαν εν τω μεταξύ βγάλει τις χειροπέδες – τινάζεται όρθιος ξεφεύγοντας από τη λαβή των χωροφυλάκων, βγάζει τον μπερέ του από την επωμίδα του, τον πετάει μπροστά στους στρατοδίκες, περιφρονητικά και φωνάζει δυνατά: «αρνούμαι ότι είμαι στρατιώτης ενός στρατού που προδίδει την Πατρίδα».

Ο λόγος του Παναγούλη συγκλονίζει την αίθουσα. Ένα αίσθημα θαυμασμού και υπερηφάνειας για αυτόν τον γενναίο άνδρα πλημμυρίζει τις ψυχές όλων εκείνων στο ακροατήριο που βρίσκονται στην αντίπερα όχθη της χούντας. Δεν μπορούν να εκφράσουν το θαυμασμό τους για το ατρόμητο φρόνημα του δεσμώτη.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης είναι γι’ αυτούς η φωνή της συνείδησης της Δημοκρατικής Ελλάδας, που έχει φιμώσει η καταπίεση και ο τρόμος της τυραννίας.

Οι στρατοδίκες από την πρώτη στιγμή της δίκης συνειδητοποιούν πως ο Αλέξανδρος Παναγούλης είναι φτιαγμένος από την στόφα του αληθινού επαναστάτη, του ανυποχώρητου κι αλύγιστου αγωνιστή και πως είναι αποφασισμένος να αντιστρέψει τους ρόλους των πρωταγωνιστών της δίκης. Δεν θα δεχθεί να είναι αυτός ο κατηγορούμενος της χούντας. Αυτός θα είναι ο κατήγορος. «Αρνούμαι πως είμαι στρατιώτης ενός στρατού που προδίδει την πατρίδα».

Με τη φράση του αυτή ο Παναγούλης δεν εκφράζει μόνο το νόημα της λιποταξίας του αλλά εκτοξεύει δημόσια και κατάμουτρα μια βαριά κατηγορία στους αξιωματικούς της χούντας και ειδικότερα σ΄αυτούς που τον δικάζουν. Τους αποκαλεί προδότες!

Και αυτήν την κατηγορία κανείς άλλος δεν είχε τολμήσει, ούτε τόλμησε, να απευθύνει δημόσια και κατά πρόσωπο στα μέλη και τα τσιράκια της χούντας για όσο χρόνο αυτή κρατούσε την εξουσία. Αυτή η δημόσια κατηγορία θα μείνει μετέωρη μέχρι να την δικαιώσει αρκετά χρόνια αργότερα η ιστορία με την ετυμηγορία της Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας.

Τώρα όμως οι στρατοδίκες μπορεί να σαστίζουν αλλά δεν αντιδρούν. Όσο κι αν ταράζονται, προσποιούνται τους αδιάφορους. Ούτε ο Βασιλικός Επίτροπος τολμά να απευθύνει στον Παναγούλη κατηγορία για περιύβριση Αρχής. Και πως να τολμήσει να προκαλέσει κι άλλη δίκη μέσα στη δίκη; Και με ποιο αντικείμενο απόδειξης; Αν είναι προδότες οι στρατοδίκες και όλο το χουντικό συνάφι τους θα γέλαγε και το παρδαλό κατσίκι. Γι’ αυτό και δεν αντιδρά αυτή τη στιγμή. Περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία για να εξαπολύσει όλο το δηλητήριο, που έχει αυτή η έχιδνα σωρευμένο μέσα της από τις προκλήσεις του Αλέκου.

Στη συνέχεια ο Παναγούλης ζήτησε την αναβολή της δίκης για να λάβει γνώση της δικογραφίας. Ο συνήγορός του δηλώνει ότι ο κατηγορούμενος επί 82 ημέρες ζει συνεχώς μέρα και νύχτα με τις χειροπέδες στα χέρια. Βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους εξάντλησης και δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη δίκη. Ο Βασιλικός Επίτροπος προτείνει αμέσως την απόρριψη του αιτήματος. Τότε ο Αλέκος σηκώνεται, ενώ τον κρατούν γερά από τα χέρια οι δυο σωματώδεις ασφαλίτες, και απευθύνεται σ΄ αυτόν οργισμένος.

Εκπροσωπείτε την κατηγορία. Είστε ο Δημόσιος Κατήγορος. Με βασανίσατε και ενεργείτε σύμφωνα με τις εντολές της χούντας-.

Οι στρατοδίκες τα χάνουν. Το ακροατήριο παγώνει. Κάποιοι μέσα σε αυτό έχουν καρφωμένο το βλέμμα τους με θαυμασμό, άλλοι με δέος, πάνω σ΄ αυτό το ανήμερο λιοντάρι που τολμά να καταγγέλλει δημόσια και κατά πρόσωπο τους κατηγόρους του.

Ο Βασιλικός Επίτροπος φανερά εκνευρισμένος αδράχνει την ευκαιρία και του απευθύνει, σε έξαλλη κατάσταση κατηγορία για περιύβριση Αρχής.

Οι στρατοδίκες αποσύρονται για να συσκεφθούν. Επανέρχονται μετά από μισή ώρα. Ο πρόεδρος διαβάζει την απόφαση: δυόμιση χρόνια φυλάκιση στον Αλέκο για περιύβριση του δικαστηρίου.

Η δίκη διακόπτεται αργά το μεσημέρι για να επαναληφθεί το απόγευμα.

Καταθέτουν οι μάρτυρες κατηγορίας. Αξιωματικοί της ΚΥΠ και της Ασφάλειας, ανακριτές και βασανιστές καταθέτουν ότι οι κατηγορούμενοι με τις πράξεις τους αποσκοπούσαν στην ανατροπή του Πολιτεύματος και του κοινωνικού συστήματος της χώρας. Δυσκολεύτηκαν όμως να συνδέσουν ιδεολογικά την κατηγορία, δεδομένου ότι οι περισσότεροι από τους κατηγορουμένους, και μάλιστα και τα ηγετικά στελέχη της Οργάνωσης ανήκαν στη νεολαία της Ενώσεως Κέντρου, ενός κόμματος που δεν είχε σκοπό την ανατροπή του πολιτεύματος και του κοινωνικού καθεστώτος. Επαναλαμβάνουν την κατασκευασμένη κατηγορία όπως αυτή διατυπώνεται στο παραπεμπτικό πόρισμα. Εμπλέκουν τον Ανδρέα Παπανδρέου, σαν αρχηγό της Οργάνωσης, επικαλούμενοι κάποιες συναντήσεις του Παναγούλη στο εξωτερικό, ένα πενιχρό χρηματικό ποσό για ενίσχυση της Οργάνωσης και μια δήλωση του Ανδρέα Παπανδρέου ο οποίος είχε χαρακτηρίσει την απόπειρα σαν «πράξη ηρωική». Κατηγορούμενος λοιπόν ο Ανδρέας Παπανδρέου ο οποίος, κατά το πόρισμα, «δεν συνελήφθη ως ευρισκόμενος στο εξωτερικό». Η εμπλοκή του Ανδρέα στην υπόθεση, με ηγετική μάλιστα θέση στην Οργάνωση δεν ήταν μόνο θέμα ξεκαθαρίσματος παλιών λογαριασμών (Υπόθεση Ασπίδα), αλλά ήταν και απαραίτητη για την συγκρότηση της κατασκευής που θα θεμελίωνε την εφαρμογή του Α.Ν.509/1947. Σύμφωνα με την κατασκευή αυτή ο Αντρέας «πειθήνιο όργανο της ΕΔΑ», όπως ανέφερε το πόρισμα, «αποκατέστησε στενή συνεργασία με το ΚΚΕ και ενεκολπώθη τους πάγιους σκοπούς του, οι οποίοι είναι η ανατροπή του κρατούντος εν Ελλάδι πολιτεύματος και του κοινωνικού συστήματος δια βιαίων μέσων». Επιστέγασμα της συνεργασίας αυτής και η συμμετοχή του ως ιδρυτικού μέλους της Οργάνωσης «Ελληνική Αντίσταση».

Σύμφωνα με τη λογική αυτή ο Παναγούλης και η Οργάνωσή του συνεργαζόταν με τον Ανδρέα Παπανδρέου άρα και ο ίδιος και η Οργάνωσή του είχαν τους ίδιους σκοπούς και δεν σκόπευαν απλώς την ανατροπή της κυβέρνησης.

Την απάντηση σε αυτή την αυθαίρετη και έωλη κατασκευή θα δώσει ο Αλέκος στην απολογία του.

Μια άλλη σοβαρή πτυχή του κατηγορητηρίου ήταν η εμπλοκή του Κύπριου Υπουργού Εθνικής Άμυνας Πολύκαρπου Γεωρκάντζη. Κατά το πόρισμα ο Κύπριος Υπουργός είχε συνωμοτικές επαφές με τον Παναγούλη στην Κύπρο και στην Αθήνα και είχε οργανώσει την αποστολή των εκρηκτικών της απόπειρας με τον διπλωματικό σάκο της Κυπριακής Πρεσβείας. Και πάνω απ’ όλα τον κατηγορούσε ότι αυτός ήταν ο στρατιωτικός αρχηγός της Οργάνωσης «Ελληνική Αντίσταση» με το ψευδώνυμο «Ακρίτας».

Η περιγραφή της ανάμειξης και της δράσης του Γεωρκάντζη στο πλαίσιο της λειτουργίας της Οργάνωσης θα απαιτούσε αρκετό χρόνο που υπερβαίνει τα στενά χρονικά όρια μιας ομιλίας σε μια εκδήλωση μνήμης ενός ήρωα της Αντίστασης. Αρκεί να αναφερθεί ότι ο Γεωρκάντζης και πρώην Κύπριοι αγωνιστές της ΕΟΚΑ βοήθησαν τον Παναγούλη στην ανάπτυξη της δράσης του. Είναι πάντως γεγονός ότι ο Γεωρκάντζης τον προμήθευσε με διαβατήριο, διευκόλυνε τις συνωμοτικές κινήσεις του – Κύπρος, Ελλάδα, Εξωτερικό – και έστειλε με τον σάκο της Κυπριακής Πρεσβείας στην Αθήνα τα εκρηκτικά για τη δυναμική δράση της Οργάνωσης.

Πέμπτη μέρα της δίκης. Ο λόγος δίνεται στον Παναγούλη για την απολογία του.

Θα επικεντρωθώ σε εκείνα τα σημεία που εξέφραζαν το ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο. Με καθαρή και δυνατή φωνή θα διακηρύξει:

1) Για τα κίνητρα της λιποταξίας: «διαφωνώντας, προς την παρούσα κατάσταση, βρισκόμουν στην παρανομία από την πρώτη στιγμή που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα. Υπηρετούσα τότε στο στρατό και όταν διαταράχθηκαν οι σχέσεις της χώρας με την Τουρκία, τα Χριστούγεννα του 1966, δεν διανοήθηκα να απομακρυνθώ από τη μονάδα μου την εποχή εκείνη. Υπηρέτησα την πατρίδα μου σαν Έλληνας. Η λιποταξία μου δεν έγινε από κίνητρα ταπεινά αλλά ήταν μια επιθυμία να είμαι συνεπής προς την ιδεολογική μου πίστη και ένας συναισθηματισμός που μου απαγόρευε να στρέψω τα όπλα κατά των αδελφών μου, των φίλων μου και όλων εκείνων, που τόσα χρόνια είμαστε μαζί ως συμφοιτητές, φίλοι ή μέλη της αυτής κομματικής Οργάνωσης».

2) Για τα δυναμικά μέσα του αγώνα θα πει «Πιστεύω στον διάλογο και την δημοκρατική αντιπαράθεση των ιδεών. Πιστεύω στην ειρηνική επίλυση των πολιτικών διαφορών. Και όταν υπάρχει έστω η ελάχιστη δυνατότητα ειρηνικής διεξόδου για την ειρηνική επίλυση των διαφορών τότε η βία είναι απαράδεκτη. Ταυτόχρονα πιστεύω ότι πολλές φορές η βία είναι προτιμότερη από άλλες λύσεις, όπως εκείνες που διεκήρυσσε ο Γκάντι και ο Χριστός. Δεν αποδέχομαι την βία ως μέσο ούτε την πολιτική δολοφονία. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση, για να αλλάξει μια κατάσταση η οποία μας επεβλήθη δια της βίας, μόνο δια της βίας μπορεί να αλλάξει. Κατά συνέπεια, η πράξη της λιποταξίας μου ήταν αποτέλεσμα της συναίσθησης που με κατείχε ότι έπρεπε να γίνω ή λιποτάκτης ή προδότης. Προτίμησα την λιποταξία. Αυτή είναι η θέση μου. Και με αυτήν την έννοια, την πρώτη μέρα της δίκης είπα ότι εμμένω στην λιποταξία παρά να προχωρήσω στην προδοσία. Όταν μια κατάσταση ανερχόμενη στην εξουσία δια της βίας εδραιώνεται, όταν σε ένα και πλέον χρόνο κάθε προσπάθεια απομάκρυνσης αυτής της κατάστασης αποδεικνύεται ατελέσφορη, δια της βίας επιδιώκεται η ανατροπή της». Τον διακόπτει ο πρόεδρος του δικαστηρίου φανερά ενοχλημένος από τη θαρραλέα στάση και τις διακηρύξεις του, λέγοντάς του με ύφος υποτιμητικό. «αφήσατε τας πολλάς θεωρίας», για να εισπράξει αμέσως σκληρότερη απάντηση του Παναγούλη: «Ήθελα να τονίσω ότι το καθεστώς θα ανατραπεί. Δεν έχει σημασία ότι εμείς αποτύχαμε. Μετά από μας θα έρθουν άλλοι που θα επιτύχουν. Το καθεστώς θα ανατραπεί δια της βίας. Άλλη οδός δεν υπάρχει».

3) Για την ανάμειξη πολιτικών προσώπων και την ηθική αυτουργία στην απόπειρα και ειδικά για τον Αντρέα Παπανδρέου θα πει «όσον αφορά τον Ανδρέα Παπανδρέου τονίσαμε, ότι δεν υπάρχει ανάμειξη κανενός πολιτικού προσώπου στην Οργάνωση. Είμαστε σε διαφωνία, γιατί πιστεύουμε πως ο αγώνας πρέπει να γίνεται εδώ στην Ελλάδα την ίδια. Ο ηθικός αυτουργός της δράσης μας είναι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και όχι πολιτικά πρόσωπα. Υπάρχει ένα ιδεολογικό πιστεύω. Δεν ενεργήσαμε κάτω από ξένες εντολές. Ενεργήσαμε με αφετηρία αυτό το πιστεύω, (που δεν το επικαλούμαστε για ελαφρυντικό, αλλά για να καταρρίψουμε τον ισχυρισμό του Βασιλικού Επιτρόπου ότι κινηθήκαμε και εκτελέσαμε τις πράξεις μας κατόπιν ξένων εντολών). Πιστεύουμε στον Άνθρωπο, πιστεύουμε στην Ελευθερία, πιστεύουμε στην Δημοκρατία, όχι με την μορφή ενός στείρου κοινοβουλευτισμού, αλλά ενός δυναμικού παράγοντα, ο οποίος εγγυάται τον ελεύθερο διάλογο».

Βαθιά χαραγμένες στη μνήμη μας μένουν οι τελευταίες φράσεις της απολογίας του: «Οργάνωσα και εκτέλεσα μόνος μου την απόπειρα. Αναλαμβάνω τις ευθύνες των πράξεών μου. Γνωρίζω ποιες είναι οι ποινές που προβλέπονται από τον νόμο, αλλά δεν υποχωρώ γιατί πιστεύω ότι το ωραιότερο κύκνειον άσμα κάθε πραγματικού αγωνιστή είναι ο επιθανάτιος ρόγχος μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα της τυραννίας και τη θέση αυτή αποδέχομαι».

Η απολογία του Παναγούλη μας συγκλόνισε. Το ίδιο είχε συμβεί και σε ένα μικρό μέρος του ακροατηρίου, που δεν ήταν άλλο από τους στενούς συγγενείς μας. Οι υπόλοιποι ανακριτές και στρατοδίκες ασφαλίτες και χαφιέδες δεν μπορούσαν να κρύψουν την ενόχληση και την οργή τους για την προκλητική στάση του «αδίστακτου αρχισυνωμότη», όπως έλεγαν. Η εικόνα του γενναίου αγωνιστή, που καταγγέλλει δημόσια τους τυράννους και αψηφά με θάρρος ανυπέρβλητο το θάνατο πρέπει να στραπατσαριστεί.

Τη δουλειά αυτή έχει αναλάβει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών Λιαπής που κατέχει την έδρα του Βασιλικού Επιτρόπου.
Στην αγόρευσή του θα χρησιμοποιήσει και το ψεύδος και την συκοφαντία για να στηρίξει το κατηγορητήριο και να πλήξει την προσωπικότητα του Παναγούλη. Τελικά οι προτάσεις του για τις ποινές θα είναι: «Δις εις θάνατον για τον Αλέξανδρο Παναγούλη και ποινή ισόβιας κάθειρξης για την απόπειρα». Τη θανατική ποινή προτείνει επίσης για τον Λευτέρη Βερυβάκη και βαριές ποινές για τους άλλους συναγωνιστές του.

Διακόπτεται η δίκη μετά τις προτάσεις του Βασιλικού Επιτρόπου για πέντε μέρες, με πρόφαση την ασθένεια δύο στρατοδικών. Ο πραγματικός λόγος βέβαια ήταν ότι το λεγόμενο «επαναστατικό συμβούλιο» της χούντας ήθελε να συνεδριάσει για να αποφασίσει ποιες ποινές θα επιβληθούν.

Έγκυρες πληροφορίες από την εποχή εκείνη υποστηρίζουν ότι ξέσπασε διαμάχη στους κόλπους της χούντας για τις ποινές που έπρεπε να επιβληθούν. Οι «σκληροί» επέμεναν ότι για να εδραιωθεί το καθεστώς έπρεπε να επιβληθούν βαριές ποινές και θανατικές βέβαια. Οι άλλοι οι πιο «μετριοπαθείς», με επικεφαλής τον Παπαδόπουλο, είχαν στο μυαλό τους όχι μόνο την επιβολή του καθεστώτος αλλά και την μετεξέλιξή του, την πολιτικοποίησή του, σχέδιο που επιχειρούν χωρίς επιτυχία όμως να εφαρμόσουν τα κατοπινά χρόνια.

Υπερισχύει η ομάδα του Παπαδόπουλου και τελικά καταδικάζεται ο Παναγούλης δις εις θάνατον για λιποταξία και παράβαση του Α.Ν. 509/1947 και ισόβια κάθειρξη για την απόπειρα και ο Λευτέρης Βερυβάκης σε ισόβια κάθειρξη ενώ βαριές ποινές επιβάλλονται στους λοιπούς κατηγορουμένους.

Στις 20 Νοέμβρη δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες η διαταγή εκτέλεσης «ο Αλέξανδρος Παναγούλης καταδικασθείς αμετακλήτως δις εις θάνατον ……. θα εκτελεσθεί δια τουφεκισμού την 21 Νοεμβρίου, ημέραν Πέμπτην και ώραν 07.15 εις τον εν Αιγίνη συνήθη τόπο των εκτελέσεων».

Τον μετέφεραν με τορπιλάκατο στις φυλακές της Αίγινας. Του πήγαν να υπογράψει αίτηση χάριτος. Αρνήθηκε. Του είπαν πως η εκτέλεση θα γινόταν την επομένη 22/11. Η εκτέλεση όμως δεν έγινε. Τρεις μέρες άφησαν τον Αλέκο στην Αίγινα χωρίς να του πουν πως η εκτέλεση είχε αναβληθεί επ΄ αόριστον.

Η κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης και οι εκκλήσεις ηγετικών προσωπικοτήτων της Ευρώπης, του Πάπα και του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ είχαν φέρει αποτέλεσμα.

Τον μετέφεραν στις στρατιωτικές φυλακές στο Μπογιάτι. Εκεί σε ένα άθλιο και βρωμερό κελί, δεμένος πάντα με χειροπέδες, θα συνεχίσει, αλύγιστος τον αγώνα του περιμένοντας μέρα με τη μέρα την εκτέλεσή του.

Μαρτύριο ατέλειωτο και αμέτρητες φορές χειρότερο και από τον ίδιο το θάνατο.

Σχετικές δημοσιεύσεις