Η Ιστορία ως Μνήμη και Ευθύνη: Η Μάνη, η Επανάσταση και ο ρόλος του παρελθόντος στον δημόσιο διάλογο

IMG 6590
  • Ομιλία του πολιτικού επιστήμονα – επικοινωνιολόγου, Ευτύχη Βαρδουλάκη, στο Κλειστό Γυμναστήριο Αρεόπολης με θέμα: «1821 – 1831 Μάνη και Ελλάδα στα πρώτα 10 χρόνια»

Κυρίες και κύριοι,

Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση στην σημερινή Εσπερίδα του Δήμου Ανατολικής Μάνης. Είναι πολύ τιμητικό για μένα και πολύ ευχάριστο να βρίσκομαι στη Μάνη, ένα μέρος που αγαπώ πάρα πολύ και που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει για μένα το δεύτερο χωριό μου.

Δεν σας κρύβω ότι αρχικά, όταν μιλήσαμε με την Αντιδήμαρχο κυρία Λυροφώνη και τον κύριο Δημακόγιαννη ήμουν κάπως διστακτικός.

Εγώ δεν είμαι ιστορικός, υπάρχουν πολύ εγκυρότεροι και πιο καταρτισμένοι από εμένα να μιλήσουν για αυτά τα θέματα.

Είμαι όμως πολιτικός επιστήμονας και ασχολούμαι κυρίως με τα θέματα πολιτικής επικοινωνίας.

Εξ ου και με απασχολεί ιδιαίτερα η χρήση της ιστορίας.

Το πώς την προσεγγίζουμε στο δημόσιο διάλογο, η εργαλειοποίησή της – συχνά μέσω της διαστρέβλωσής της – προκειμένου να γίνει μέρος ενός άλλου αφηγήματος, συνήθως πολιτικού και πολύ λιγότερο επιστημονικού.

Γι αυτό και ζήτησα να μου δοθεί η δυνατότητα να κάνω μια γενικότερη τοποθέτηση εστιάζοντας σε αυτό ακριβώς το ζήτημα, το ρόλο της ιστορίας στο δημόσιο διάλογο.

Χωρίς φυσικά να παρακάμψω το κύριο πολύ ενδιαφέρον θέμα της αποψινής εσπερίδας, τη θέση και το ρόλο της Μάνης την πρώτη δεκαετία μετά την Επανάσταση του 1821.

Στα χρόνια εκείνα η Μάνη δεν ήταν μόνο η σπίθα της Επανάστασης, έγινε ο πυρσός που φώτισε το δρόμο του ξεσηκωμένου έθνους.

Στην αρχή της δεκαετίας, ήταν η καρδιά του ένοπλου Αγώνα.

Χάρη και στις δομές, την αυτονομία που απολάμβανε κατά την προεπαναστατική περίοδο, αλλά και την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων της, προσέφερε στο επαναστατημένο Έθνος κάτι που δεν είχε κανείς άλλος: έναν γενναίο, ετοιμοπόλεμο, συγκροτημένο και αξιόμαχο στρατό.

Χωρίς τα όπλα των Μανιατών η Επανάσταση δεν θα μπορούσε να εδραιωθεί.

Αυτά έδωσαν τις πρώτες μεγάλες νίκες που θεμελίωσαν και έδωσαν υπόσταση στον Αγώνα.

Και όταν αργότερα, ο Ιμπραήμ έκαιγε την Πελοπόννησο και η Επανάσταση έμοιαζε να τρεμοσβήνει, η Μάνη πάλι την κράτησε όρθια.

Στη Βέργα με τα ντουφέκια των ανδρών της και στον Διρό με τα δρεπάνια των γυναικών της.

Αν τότε η Μάνη είχε πέσει, η πορεία του Αγώνα, ίσως και η κατάληξή του, θα ήταν διαφορετική.

Η συμβολή της Μάνης δεν υπήρξε όμως μόνο στο πεδίο της μάχης αλλά και στο πεδίο της πολιτικής συγκρότησης.

Η ηγετική παρουσία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στις Εθνικές Συνελεύσεις της επαναστατικής περιόδου έδωσε στον Αγώνα το κύρος και την έξωθεν καλή μαρτυρία που χρειαζόταν.

Υπογράμμιζε ότι οι επαναστατημένοι δεν ήταν ριζοσπάστες τυχοδιώκτες, αναρχικοί – όπως φοβόντουσαν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής – αλλά δομημένες εθνικές κοινότητες που ζητούσαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους.

Η περίοδος αυτή ανέδειξε βέβαια και τις δυσκολίες της μετάβασης από την τοπική αυτονομία στην κεντρική διοίκηση.

Τις δυσκολίες συμβιβασμού αλλά και διαβούλευσης μιας κοινωνίας που ξεκινούσε θεσμικά από το μηδέν, καθώς δεν

υπήρχε προηγούμενο οργανωμένης πολιτείας.

Το εύρος παραστάσεων ήταν πολύ περιορισμένο γεωγραφικά.

Υπήρχε όμως μια στοιχειώδης κοινοτική δομή υπήρχε ιστορικό παρελθόν και οι όποιες ριζωμένες αντιλήψεις δεν ήταν εύκολο να αγνοηθούν. 

Η περίοδος εκείνη σημαδεύτηκε από τις πολιτικές και ιστορικές οδύνες που αναπόφευκτα συνοδεύουν ένα τέτοιο εγχείρημα.

Η απόλυτη σύγκρουση των Μανιατών με τον Ιωάννη Καποδίστρια, ήταν τραγική κορύφωση μιας αντιπαράθεσης που σημάδεψε την ελληνική πολιτική ταυτότητα, αλλά θα επανέλθω πιο μετά σε αυτό. 

Υπάρχει όμως και ένα ακόμη στοιχείο της εποχής εκείνης – για την ακρίβεια της αμέσως επόμενης δεκαετίας από αυτήν για την οποία συζητάμε –  λιγότερο γνωστό αλλά εξαιρετικά σημαντικό στο οποίο θα ήθελα να αναφερθώ.

Η Μάνη εκείνα τα χρόνια δεν λειτούργησε μόνο ως στρατηγείο της Επανάστασης. Λειτούργησε και ως τόπος καταφυγής για συμπατριώτες μας από κάθε γωνιά του ελληνικού κόσμου.

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, υπήρχε το τεράστιο ζήτημα των προσφύγων αγωνιστών από αλύτρωτες περιοχές.

Αρχικά ο Καποδίστριας και αργότερα ο Όθωνας προσπάθησαν να τους εγκαταστήσουν σε περιοχές με «εθνικές γαίες», όπου δημιουργήθηκαν οικισμοί ή δόθηκαν εκτάσεις για καλλιέργεια, μεταξύ άλλων περιοχών και στην Λακωνία, ακόμα και εδώ στη Μάνη.

Σε μια κλειστή και έντονα τοπικιστική κοινωνία όπως η Μάνη, με ένα πολύ ισχυρό σύστημα γενών (φατριών), η αποδοχή ενός «ξένου» ήταν σχεδόν αδύνατη.

Αυτό κάπως ξεπεράστηκε κυρίως χάρη στις επιγαμίες που ακολούθησαν με την αποδοχή των νεοαφιχθέντων να επέρχεται μέσω του γάμου και την ενσωμάτωση τους στην ευρύτερη φατρία. Όσοι μάλιστα διέθεταν στρατιωτικό παρελθόν γινόταν πιο εύκολα αποδεκτοί καθώς η ενσωμάτωσή τους ενδυνάμωνε όλη την φάρα.

Ανάμεσα σε αυτούς που κατέφυγαν στη Λακωνία – και εδώ παρακαλώ να μου επιτρέψετε μια πολύ σύντομη οικογενειακή αναφορά – ήταν και ένα κλαδί της δικής μου οικογένειας, και συγκεκριμένα αυτό του γενάρχη της, του Μανούσου Βαρδουλάκη ή Βαρδουλομανούσου.

Ο Βαρδουλομανούσος ήταν ένας από τους πέντε στρατάρχες της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη.

Μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους εγκαταστάθηκε στην ελεύθερη Ελλάδα και ρίζωσε εδώ, στη Λακωνία, δημιουργώντας έναν νέο κλάδο της οικογένειας.

Δισέγγονός του ήταν ο γερουσιαστής Λακωνίας τα χρόνια του Μεσοπολέμου Κυριακούλης Βαρδουλάκης. Μητέρα του οποίου – οι επιγαμίες που λέγαμε – ήταν η εγγονή του ήρωα της Επανάστασης Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, αδερφού του Πετρόμπεη, που σκοτώθηκε στη μάχη της Σπλάτζας.

Ανέφερα αυτή την ιστορία όχι για λόγους οικογενειακής μνήμης, αλλά γιατί αποτυπώνει κάτι βαθύτερο: το πώς η ευρύτερη Λακωνία, αλλά και Μάνη – έγιναν τόπος όπου συναντήθηκαν διαφορετικές ελληνικές διαδρομές.

Το πώς μια περίκλειστη κοινωνία, με αυστηρές δομές, ιεραρχήσεις και κανόνες, σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, έγινε τόπος καταφυγής Ελλήνων της εποχής που ήθελαν να αναπνεύσουν τον αέρα της ελευθερίας και να χτίσουν τη νέα ζωή τους στο νεοσύστατο κράτος.

Αυτή η αντίφαση δεν είναι φυσικά ούτε η μόνη ούτε η πρώτη. Κάπως έτσι είναι όλη η ιστορία του ελληνικού έθνους.

Και ειδικά η δεκαετία που πραγματεύεται η σημερινή εκδήλωση, είναι μια περίοδος που περικλείει και αποτυπώνει αυτές τις αντιθέσεις.

Μας προσφέρει στιγμές ηρωισμού, αυτοθυσίας και ανιδιοτέλειας. Και ταυτόχρονα περιλαμβάνει συγκρούσεις, αντιπαραθέσεις, μικρότητες και δύσκολες πολιτικές επιλογές.

Το μεγαλείο και η τραγικότητα συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο ιστορικό αφήγημα και συχνά μέσα στα ίδια τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα της ιστορίας.

Ότι το παρελθόν σπάνια είναι μονοδιάστατο.

Και ότι ακόμη και τα πιο ένδοξα κεφάλαια της εθνικής μας πορείας περιλαμβάνουν αντιφάσεις.

Μια ψύχραιμη και επωφελής προσέγγιση της ιστορίας δεν αποσιωπά αυτές τις αντιφάσεις. Αντίθετα, τις αναγνωρίζει και πορεύεται με αυτές τις παραδοχές.

Και ακριβώς σε αυτό το σημείο συναντάται το θέμα της σημερινής εκδήλωσης με ένα ευρύτερο ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για την ιστορία στον δημόσιο χώρο.

Ο μέγιστος Θουκυδίδης, στο έργο του για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, διατυπώνει μια παρατήρηση που μοιάζει να γράφτηκε για τη δική μας εποχή:

«Ούτως αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αλήθειας, και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται».

Δηλαδή, οι περισσότεροι άνθρωποι αποφεύγουν την κοπιαστική αναζήτηση της αλήθειας και προτιμούν τις έτοιμες, τις εύκολες αφηγήσεις.

Η φράση αυτή δεν αφορά μόνο την αρχαιότητα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την ιστορία μέχρι και σήμερα.

Και αυτό επειδή η ιστορία δεν είναι μόνο η επιστημονική μελέτη του παρελθόντος. Είναι ένας από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, συγκροτούν ταυτότητες και νοηματοδοτούν το παρόν τους.

Ακριβώς γι’ αυτό η ιστορία συχνά εγκαταλείπει το πεδίο της ψύχραιμης μελέτης και μετατρέπεται σε πεδίο ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης.

Αντί να εξετάζεται με απόσταση και νηφαλιότητα, γίνεται αντικείμενο νέων φορτίσεων και νέων διχασμών.

Αντί να φωτίζει το παρελθόν, εργαλειοποιείται για τις συγκρούσεις του παρόντος.

Πριν προχωρήσουμε, αξίζει να διακρίνουμε τρεις έννοιες που συχνά συγχέονται.

Η πρώτη είναι η ιστορία ως επιστήμη.

Η ιστορική έρευνα βασίζεται σε πηγές, σε μεθοδολογία, σε κριτική επεξεργασία των δεδομένων, μέσω των οποίων ο ιστορικός προσπαθεί να αναδείξει το παρελθόν, να φωτίσει τα γεγονότα και να εξηγήσει τις σχέσεις αιτίων και αποτελεσμάτων.

Η δεύτερη έννοια είναι η συλλογική μνήμη.

Κάθε κοινωνία διατηρεί αφηγήσεις για το παρελθόν της και αυτές οι αφηγήσεις δεν είναι ουδέτερες. Είναι συχνά συναισθηματικά φορτισμένες και συνδέονται άμεσα με την ταυτότητα μιας κοινότητας.

Δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ακρίβεια όσο για το νόημα. Με σύμβολα, ηρωισμούς, στιγμές υπερηφάνειας αλλά και τραυματικές αναμνήσεις.

Η τρίτη έννοια είναι αυτό που σήμερα ονομάζουμε δημόσια ιστορία.

Δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο: στα μέσα ενημέρωσης, στην πολιτική αντιπαράθεση, στα σχολικά βιβλία, στις επετείους, στα μνημεία, ακόμη και στις τηλεοπτικές σειρές ή στα κοινωνικά δίκτυα.

Η δημόσια ιστορία είναι απαραίτητη. Χωρίς αυτήν, το παρελθόν θα περιορίζονταν στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα.

Το πρόβλημα όμως αρχίζει όταν η δημόσια χρήση της ιστορίας απομακρύνεται εντελώς από την ιστορική γνώση και μετατρέπεται σε μηχανισμό ιδεολογικής ή πολιτικής επιβεβαίωσης.

Η τάση αυτή είναι κάπου αναπόφευκτη.

Οι κοινωνίες έχουν ανάγκη το παρελθόν τους.

Η ιστορία προσφέρει συνέχεια, δίνει την αίσθηση ότι μια κοινωνία δεν είναι απλώς ένα σύνολο ανθρώπων που συνυπάρχουν, αλλά μια κοινότητα με διαδρομή στον χρόνο.

Γι’ αυτό και τα ιστορικά γεγονότα συχνά μετατρέπονται σε θεμέλια συλλογικής ταυτότητας

Εδώ ακριβώς γεννιέται η τάση της εξιδανίκευσης.

Κάθε κοινωνία έχει την τάση να προβάλλει στο παρελθόν της μια εικόνα που ενισχύει την αυτοπεποίθηση και τη συνοχή της.

Άλλοτε με την επιλεκτική μνήμη. Να τονίζει τις στιγμές δόξας και να υποβαθμίζει τις άβολες στιγμές της.

Άλλοτε με την απλοποίηση. Όπου πολύπλοκα ιστορικά γεγονότα ή καταστάσεις μετατρέπονται σε απλοϊκά ερνημευτικά σχήματα.

Άλλοτε με τον αναχρονισμό. Κρίνοντας δηλαδή το παρελθόν με κριτήρια και ευαισθησίες που ανήκουν σε εντελώς διαφορετικές εποχές.

Αποτέλεσμα αυτού είναι συχνά η ιστορία να μετατρέπεται από πεδίο επιστημονικής και αντικειμενικής έρευνας, σε πεδίο συμβολικών, ιδεολογικά φορτισμένων και συχνά μεταχρονολογημένων συγκρούσεων.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση σε αυτό το φαινόμενο.

Η ίδια η ιστορική μας διαδρομή, εξάλλου, η οποία είναι πολυκύμαντη και ταραχώδης, γεμάτη πολέμους, εθνικές κρίσεις, διχασμούς, οδυνηρές πολιτικές συγκρούσεις, έχει δημιουργήσει μια ιδιαίτερα φορτισμένη σχέση με το παρελθόν.

Η συζήτηση για τον εμφύλιο πόλεμο, παραδείγματος χάρη, είναι δύσκολο να περιοριστεί στο ιστορικό γεγονός καθαυτό καθώς ήταν για δεκαετίες μια επώδυνη διαιρετική πολιτική και κοινωνική τομή.

Τα γεγονότα και οι ερμηνείες του παρελθόντος λειτουργούσαν για δεκαετίες ως προέκταση της πολιτικής αντιπαράθεσης του παρόντος.

Το ίδιο με την Δικτατορία, που είναι και πιο πρόσφατο γεγονός και εκτός από την ιστορική μνήμη εμπλέκονται και προσωπικά βιώματα.

Η Μικρασιατική Καταστροφή επίσης. Η ιστορική της προσέγγιση για δεκαετίες υποτάσσονταν στις φορτίσεις που προκαλούσε ο εθνικός διχασμός και παρά το ότι έχει περάσει ένας αιώνας υπάρχουν ακόμα παγιωμένες αντιλήψεις που πλέον δεν συνάδουν με την ιστορική έρευνα.

Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με την ιστορία της Επανάστασης του 1821.

Συχνά η ερμηνεία της επιχειρείται στη βάση ιδεολογικών αγωνιών του παρόντος.

Ο ρόλος των πολιτικών, των στρατιωτικών, του ξένου παράγοντα, των προεπαναστατικών δομών, της κάθε κοινωνικής τάξης, του κάθε πρωταγωνιστή της εποχής εκείνης,

δεν εξετάζεται πάντα με την ωριμότητα και την εθνική αυτοπεποίθηση που θα έπρεπε να μας έχει προσδώσει το πέρασμα δύο αιώνων, αλλά με την αγωνία το όποιο πόρισμα να στηρίξει ένα αφήγημα της σημερινής εποχής.

Το είδαμε πρόσφατα με αφορμή μια ταινία – για την οποία έγινε πολύς λόγος – της οποίας οι υπεραπλουστεύσεις στρεβλώνουν την ίδια την ιστορία.

Ο Καποδίστριας δεν είχε ανάγκη καμία αγιογραφία…

Η προσφορά του είναι αδιαμφισβήτητη, ιδίως στο διπλωματικό πεδίο.

Εξίσου αδιαμφισβήτητο ήταν και το προσωπικό του κύρος και ήθος.

Η δε προσπάθειά του να φτιάξει ένα σύγχρονο κράτος είναι σημείο αναφοράς στην εθνική μας διαδρομή.

Στην δική μου ταπεινή κρίση το ιστορικό του αποτύπωμα είχε σαφέστατα θετικό πρόσημο.

Τα όποια λάθη του – διότι υπήρξαν ασφαλώς και τέτοια, όπως ο αυταρχισμός και ο περιορισμός ελευθεριών – θα έπρεπε επίσης να κρίνονται με ψυχραιμία, με την απόσταση του χρόνου και πάντα στο περιβάλλον της εποχής τους.

Σίγουρα όμως η θεμιτή στόχευση να ανυψωθεί ο Καποδίστριας δεν μπορεί να συνοδεύεται από την απαξίωση όλων των υπολοίπων. Όλων εκείνων που τότε, σε μια εμφύλια σύγκρουση, βρέθηκαν στην απέναντι πλευρά, διαγράφοντας όλη την προσφορά τους στον εθνικό αγώνα.

Το να εμφανίζεις τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη που έδωσε τόσα πολλά στα πεδία των μαχών και έχασε δύο γιούς, έναν αδερφό και 50 μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του στις μάχες του Αγώνα σαν μια φιλάργυρη καρικατούρα, είναι κατώτερο των περιστάσεων.

Και το ίδιο ισχύει και για τον σπουδαίο και αδικημένο ιστορικά Μαυροκορδάτο, τον παραγνωρισμένο Πολυζωίδη, συγγραφέα της διακήρυξης της Ανεξαρτησίας. Πολλώ δε μάλλον για τον Αδαμάντιο Κοραή, τον μέγα δάσκαλο του γένους, που και εκείνος ήταν απέναντι τότε.  

Το να εκμεταλλεύεται κάποιος το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι απορροφούν ευκολότερα τα εύπεπτα αφηγήματα – όπως έλεγε ο Θουκιδίδης – χωρίς να μπαίνουν στη βάσανο της ενημέρωσης και της σύγκρισης, δεν υπηρετεί την ιστορική αλήθεια αλλά μόνο την προσωπική του ατζέντα εκείνου που το διαπράττει.

Το αν αυτή η ατζέντα είναι καλλιτεχνική, πολιτική ή οικονομική είναι δευτερεύον και δεν έχει και σημασία. Δεν είναι όμως ιστορία.

Και στο σημείο αυτό θέλω να συγχαρώ τον Δήμο Ανατολικής Μάνης και τον Δήμαρχο για την πρωτοβουλία τους να αρθούν πάνω από αυτή τη μανιχαϊστική προσέγγιση και να τιμήσουν και τις δύο αυτές ιστορικές προσωπικότητες.

Η κοινή αναφορά δεν διαγράφει την ιστορία κανενός, ούτε αλλοιώνει το αποτύπωμά του. Υπογραμμίζει όμως την πολυπλοκότητα της ίδια της ιστορίας και εν τέλει αναδεικνύει το ρόλο δύο προσωπικοτήτων που συγκρούστηκαν μεταξύ τους, αλλά αγωνίστηκαν και οι δύο για μια ελεύθερη πατρίδα.

Κυρίες και κύριοι,

Όλες οι κοινωνίες χρειάζονται το παρελθόν τους για να κατανοήσουν τον εαυτό τους.

Το ζητούμενο είναι να συζητούμε την ιστορία χωρίς να την μετατρέπουμε σε εργαλείο νέων διχασμών και χωρίς να τη στριμώχνουμε στα μέτρα των σημερινών σκοπιμοτήτων.

Αυτό θα ήταν ένα δείγμα πολιτικής και κοινωνικής ωριμότητας.

Μια ώριμη κοινωνία

αποδέχεται την πολυπλοκότητα του παρελθόντος

αναγνωρίζει ότι η ιστορία έχει πολλές οπτικές

αποφεύγει τις απλοϊκές και μανιχαϊκές αφηγήσεις.

Δεν την αντιμετωπίζει ως μηχανισμό επιβεβαίωσης προκαταλήψεων.

Γι’ αυτό και η σκέψη του Θουκυδίδη παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη.

Ο ίδιος έγραφε ότι το έργο του δεν ήταν ένα «αγώνισμα ες το παραχρήμα ακούειν» — δηλαδή ένα κείμενο για να προκαλέσει στιγμιαία εντύπωση.

Ήθελε να δημιουργήσει ένα «κτήμα ες αεί». Ένα έργο διαχρονικό. Που θα βοηθούσε τους ανθρώπους να κατανοούν τα γεγονότα και στο μέλλον.

Κλείνω με μια αναφορά σε έναν άλλο μεγάλο Έλληνα.

Το 1946, εν μέσω μιας πολιτικής δίνης, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, έγραφε σε έναν φίλο του ότι «ο λαός μας, αντιμετωπίζει με νοσηρό φανατισμό το πολιτικό του πρόβλημα και κατατρύχεται από ψυχώσεις». Η διαπίστωση ακούγεται πάντα επίκαιρη.

Ίσως λοιπόν η πιο ώριμη στάση απέναντι στην ιστορία να είναι αυτή:

να τη χρησιμοποιούμε όχι για να ενισχύουμε τις ψυχώσεις του παρόντος, αλλά για να καλλιεργούμε τη νηφαλιότητα και την αυτογνωσία.

Διότι μόνο τότε η ιστορία θα γίνει πραγματικά «κτήμα ες αεί».

Σας ευχαριστώ.

ΑΡΕΟΠΟΛΗ 14 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026

Σχετικές δημοσιεύσεις