
- Μια πρωτότυπη πρωτοβουλία του Δικηγορικού Συλλόγου Τρίπολης – Ο Παναγιώτης Δ. Γιαννίκος έθεσε το ερώτημα της σχέσης ανθρώπινης και Θείας Δικαιοσύνης, η Βασιλική Π. Δημάκη ανέδειξε το παράδειγμα του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και ο Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας κ.κ. Επιφάνιος έθεσε στο επίκεντρο «τον άνθρωπο πίσω από τη δικογραφία»
- Παρουσίαση: Δημ. Μητρόπουλος
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και παρουσία περίπου εξήντα ακροατών πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026, στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Τρίπολης, η εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Τρίπολης με θέμα «Λόγοι Ορθοδοξίας για τη Δικαιοσύνη».
Επρόκειτο για μια πρωτότυπη και εξαιρετικά απαιτητική πρωτοβουλία του πρώτου επιστημονικού σωματείου της πόλης, καθώς άνοιξε δημόσια ένα λεπτό και δύσκολο ερώτημα: εάν και σε ποιο βαθμό μπορούν να συναντηθούν η ανθρώπινη και η Θεία Δικαιοσύνη και εάν αρχές του Ευαγγελικού λόγου μπορούν να επηρεάσουν ευεργετικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και απονέμουμε το δίκαιο.
Την εκδήλωση προλόγισε ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Τρίπολης Παναγιώτης Δ. Γιαννίκος, εισηγήτρια ήταν η Βασιλική Π. Δημάκη, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και υποψήφια διδάκτωρ, ενώ κεντρικός ομιλητής ήταν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας κ.κ. Επιφάνιος.
Ο κ. Γιαννίκος έθεσε το ερώτημα της σχέσης του Ευαγγελικού λόγου με την ανθρώπινη Δικαιοσύνη. Η κ. Δημάκη συνέδεσε τη συζήτηση με τη μορφή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και την αναζήτηση της αλήθειας. Ο Σεβασμιώτατος, τέλος, ανέπτυξε με ιδιαίτερη επάρκεια το θέμα, φέρνοντας στο προσκήνιο τη σχέση Δικαιοσύνης, ευθύνης, ελέους και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Δ. ΓΙΑΝΝΙΚΟΣ
«Μπορεί ο Ευαγγελικός Λόγος να επηρεάσει την ανθρώπινη Δικαιοσύνη;»
Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Τρίπολης έθεσε από την αρχή το βασικό ερώτημα:
«Υπάρχει η ανθρώπινη Δικαιοσύνη και υπάρχει η Θεία Δικαιοσύνη. Τέμνονται κάπου; Συναντώνται; Ή είναι δύο παράλληλοι δρόμοι;».
Όπως ανέφερε, οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται, καθώς η Θεία Δικαιοσύνη έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα, ενώ η ανθρώπινη Δικαιοσύνη αφορά τη ρύθμιση της κοινωνικής ζωής. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι η δεύτερη μπορεί να επηρεαστεί θετικά από το πνεύμα του Ευαγγελικού λόγου.
«Δεν εννοούμε ότι μπορεί να γίνει νομοθέτημα το Ευαγγέλιο», διευκρίνισε, αλλά ότι οι Ευαγγελικές αρχές μπορούν να λειτουργήσουν ως πνευματικό και ηθικό υπόβαθρο για τον τρόπο με τον οποίο ο δικαστής και ο δικηγόρος υπηρετούν τη Δικαιοσύνη.
Πρώτος πυλώνας, όπως είπε, είναι το έλεος, όχι ως αδυναμία αλλά ως ανώτερη ηθική δύναμη.
Στο σημείο αυτό παρενέβη ο Σεβασμιώτατος κ.κ. Επιφάνιος:
«Ένας πατέρας λέει: “Το έλεος είναι το αίτημα των καταδίκων”».
Ο κ. Γιαννίκος συμπλήρωσε:
«Έλεος χωρίς δικαιοσύνη είναι αδικία. Αλλά και δικαιοσύνη χωρίς έλεος είναι σκληρότητα».
Δεύτερος πυλώνας, κατά τον ίδιο, είναι η μετάνοια, δηλαδή η δυνατότητα αλλαγής του ανθρώπου.
«Δεν πρέπει να βλέπουμε τον άνθρωπο μόνο μέσα από την πράξη του», είπε, αναφερόμενος ιδιαίτερα στο Ποινικό Δίκαιο. «Δεν σημαίνει να τον αθωώσουμε ούτε να τον αφήσουμε ελεύθερο. Σημαίνει να μην τον ταυτίζουμε με την πράξη του».
Αναφέρθηκε ακόμη στην προμετωπίδα του Συντάγματος, «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», εκφράζοντας την άποψη ότι η συγκεκριμένη αναφορά δεν είναι απλώς σημειολογική, αλλά αποτυπώνει έναν ιστορικό και θεσμικό δεσμό της Πολιτείας με την Ορθοδοξία.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ο Ευαγγελικός λόγος δεν καλεί τον άνθρωπο να παραιτείται από τη διεκδίκηση του δικαίου. Αναφέρθηκε στον Χριστό ενώπιον των αρχών, στον Άγιο Νεκτάριο και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο ως παραδείγματα αναζήτησης όχι εκδίκησης, αλλά αποκατάστασης της αλήθειας.
Κλείνοντας υπογράμμισε:
«Η Δικαιοσύνη πρέπει να είναι η αναζήτηση της αλήθειας. Όχι η σύγκρουση συμφερόντων και όποιος επικρατήσει».
ΒΑΣΙΛΙΚΗ Π. ΔΗΜΑΚΗ
Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και η ευθύνη του νομικού
Η Βασιλική Π. Δημάκη συνέδεσε το θέμα της εκδήλωσης με τη μορφή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, τον οποίο η Εκκλησία τιμά ως προστάτη όσων υπηρετούν τη Δικαιοσύνη.
Υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Άγιος Διονύσιος υπήρξε μέλος της «ἐξ Ἀρείου Πάγου Βουλῆς» και διακρίθηκε ως δικαστής για το ήθος, την αμεροληψία και την προσήλωσή του στη Δικαιοσύνη.
Η εισηγήτρια στάθηκε ιδιαίτερα στην πνευματική αναζήτηση του Αγίου, αναφερόμενη στην παράδοση σύμφωνα με την οποία, κατά τη Σταύρωση του Χριστού, ευρισκόμενος στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου και βλέποντας το σκοτάδι και τον σεισμό, αναφώνησε:
«Ἢ Θεὸς πάσχει ἢ τὸ πᾶν ἀπόλλυται».
Όταν αργότερα άκουσε τον Απόστολο Παύλο στην Αθήνα, σύμφωνα με την παράδοση, αναγνώρισε στην ευαγγελική διδασκαλία την αλήθεια που αναζητούσε και αφιερώθηκε στην Εκκλησία.
Η κ. Δημάκη επικέντρωσε το μήνυμα της μορφής του Αγίου Διονυσίου στη σχέση της Δικαιοσύνης με την αλήθεια:
«Στο πρόσωπό του συναντώνται δύο δρόμοι που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν διαφορετικοί: ο δρόμος της Δικαιοσύνης και ο δρόμος της πίστεως. Κι όμως, οι δύο αυτοί δρόμοι συναντώνται σε μία κοινή αφετηρία: στην αναζήτηση της αλήθειας».
Όπως επισήμανε, αυτή ακριβώς η αναζήτηση αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση κάθε νομικού, ο οποίος καλείται να εξετάζει πραγματικά περιστατικά, αποδείξεις και αντικρουόμενα επιχειρήματα με αίσθημα ευθύνης.
Και κατέληξε σε μία από τις πλέον χαρακτηριστικές φράσεις της εισήγησής της:
«Ο νόμος δίνει στον νομικό τη δύναμη να κρίνει. Το ήθος, όμως, του υπαγορεύει πώς θα χρησιμοποιήσει τη δύναμη αυτή».
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΥΝΟΥΡΙΑΣ κ.κ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ
«Πίσω από τη δικογραφία, ο άνθρωπος»
Ο Σεβασμιώτατος ανέπτυξε το θέμα «Πίσω από τη δικογραφία, ο άνθρωπος: Ο δικαστής και ο δικηγόρος ως διάκονοι δικαιοσύνης και αγάπης», προσεγγίζοντας το ζήτημα από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την πατερική σκέψη έως τις σύγχρονες προκλήσεις της Δικαιοσύνης.
Το κεντρικό ερώτημα τέθηκε από την αρχή:
«Όταν ανοίξει αυτή η πόρτα, θα συναντήσουμε μόνο μια υπόθεση ή θα διακρίνουμε και ένα πρόσωπο;»
Ο Σεβασμιώτατος διευκρίνισε ότι η Εκκλησία δεν επιχειρεί να υποδείξει στους δικαστές πώς θα δικάσουν ή στους δικηγόρους πώς θα ασκήσουν το λειτούργημά τους. Θέτει, όμως, το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι τόσο στον αδικημένο όσο και σε εκείνον που αδίκησε.
Η αγάπη, υπογράμμισε, δεν σημαίνει συγκάλυψη της βίας ή εγκατάλειψη του θύματος. Αντίστοιχα, η απόδοση ευθύνης δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εξευτελισμό του δράστη:
«Άλλο η αυστηρότητα της ευθύνης και άλλο η σκληρότητα της περιφρόνησης».
Με αναφορές στον Πλάτωνα, στον Αισχύλο και στον Αριστοτέλη ανέδειξε τη μετάβαση από την εκδίκηση στη θεσμική Δικαιοσύνη και την έννοια της επιείκειας. Αναφερόμενος στον Καντ, στάθηκε στην αξία του ανθρώπου ως προσώπου και διατύπωσε χαρακτηριστικά:
«Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν είναι βραβείο αθωότητας».
Στην πατερική παράδοση αναζήτησε τη δυνατότητα συνύπαρξης ευθύνης και μετάνοιας. Με αφορμή τον Ζακχαίο συμπύκνωσε τη μετάνοια στις λέξεις:
«Αναγνωρίζω, επιστρέφω, επανορθώνω, αλλάζω».
Για τον δικαστή, τόνισε, η αγάπη εκφράζεται ως άρνηση της προσωποληψίας και της περιφρόνησης. Για τον δικηγόρο, ως πιστή υπεράσπιση χωρίς εμπάθεια και χωρίς κατασκευή περιττών εχθρών:
«Να υπερασπίζεται χωρίς να κατασκευάζει εχθρούς».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην Τεχνητή Νοημοσύνη, αναγνωρίζοντας τη χρησιμότητά της στην επεξεργασία εγγράφων και στη νομική εργασία, αλλά επιμένοντας στην ανάγκη ανθρώπινης εποπτείας, ακρίβειας και προστασίας των δεδομένων.
Η θέση του ήταν σαφής:
«Ας αναθέσουμε στα εργαλεία μέρος της εργασίας μας, όχι την ευθύνη της κρίσης μας».
Κλείνοντας, επέστρεψε στον άνθρωπο που περιμένει έξω από τη δικαστική αίθουσα. Εκείνον που δεν χρειάζεται ούτε προαποφασισμένη αθώωση ούτε ένα βλέμμα που τον έχει ήδη καταδικάσει.
Χρειάζεται, όπως είπε, ανθρώπους που αναζητούν την αλήθεια, αποδίδουν την ευθύνη και ταυτόχρονα σέβονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
«Δεν ζητώ να αγαπήσουμε την αδικία. Ζητώ να μη συνηθίσουμε το μίσος».
Και κατέληξε:
«Να αποδίδουμε στον καθένα την ευθύνη που του αναλογεί, χωρίς να του αφαιρούμε τον σεβασμό που του οφείλουμε».
Η εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Τρίπολης δεν φιλοδόξησε να λύσει μονοσήμαντα το δύσκολο ζήτημα της σχέσης Θείας και ανθρώπινης Δικαιοσύνης. Κατάφερε, όμως, να ανοίξει έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από ένα ερώτημα που παραμένει πάντοτε επίκαιρο: εάν το δίκαιο μπορεί να είναι αυστηρό χωρίς να γίνεται απάνθρωπο και εάν η απόδοση ευθύνης μπορεί να συμβαδίζει με τον σεβασμό προς το πρόσωπο.
Ίσως εκεί βρίσκεται και η σημαντικότερη παρακαταθήκη της βραδιάς: στην υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε νόμο, κάθε απόφαση και κάθε δικογραφία εξακολουθεί να βρίσκεται ένας άνθρωπος.
