Πρόταση για τους Φορείς Διαχείρισης, τη διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών και το ρόλο των Αναπτυξιακών Εταιρειών

Του ΜΑΡΙΝΗ ΜΠΕΡΕΤΣΟΥ

Δασολόγου Περιβαλλοντολόγου, Διευθύνοντος Συμβούλου Αναπτυξιακής Πάρνωνα Α.Ε.

Το σύντομο αυτό υπόμνημα έχει σαν στόχο να επισημάνει τα προβλήματα στη μέχρι σήμερα λειτουργία των Φορέων Διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών με βάση την εμπειρία από την περιοχή του Πάρνωνα και να προτείνει ορισμένες γενικές κατευθύνσεις, ώστε η εποπτεία και διαχείριση των Προστατευόμενων Περιοχών αλλά και η αξιοποίηση των πόρων των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων να είναι πιο οργανωμένη και αποτελεσματική. Απευθύνεται στην Ειδική Γραμματέα Περιβάλλοντος και στην Ελληνική Ένωση Αναπτυξιακών Εταιρειών. Το υπόμνημα αυτό αποτελεί μια πρόταση για επεξεργασία.

[1] «Οι Φορείς Διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών στη χώρα μας δημιουργήθηκαν για τη διαχείριση των περιοχών και των σημαντικών στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος σ’ αυτές. Δημιουργήθηκαν σε περιοχές που είχαν χαρακτηριστεί προστατευόμενες από παλιότερα, είτε α) ως Εθνικοί Δρυμοί, είτε β) ως υγρότοποι διεθνούς σημασίας που καλύπτονται από την διεθνή σύμβαση Ramsar, είτε γ) είχαν ενταχθεί στο δίκτυο NATURA 2000 ως Τόποι Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) ή ως Ζώνες Ειδικής Διατήρησης (ΖΕΠ).

Η δημιουργία των Φορέων Διαχείρισης εξυπηρετούσε τη διαχείριση των περιοχών του δικτύου NATURA 2000 όπως προβλέπεται από τις Κοινοτικές Οδηγίες αλλά και τον εκσυγχρονισμό στη διαχείριση των Προστατευόμενων Περιοχών, σύμφωνα με τον βασικό νόμο για το περιβάλλον 1650/86, καθώς μέχρι τότε υπήρχε απουσία διαχείρισης και μόνο κάποιες απαγορεύσεις είχαν επιβληθεί.

Εμφανίστηκαν όμως βασικά προβλήματα που δεν επέτρεψαν τη σωστή οργάνωση, εποπτεία και αποτελεσματικότητα:

Ο τρόπος όμως με τον οποίο δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα οι Φορείς Διαχείρισης ήταν ισοπεδωτικός. Οι περιοχές εξομοιώθηκαν. Αντιμετωπίστηκαν δηλαδή με τον ίδιο τρόπο περιοχές διεθνούς ακτινοβολίας όπως ο Όλυμπος, και μεγάλοι υγρότοποι για τις οποίες η χώρα έχει αναλάβει διεθνείς δεσμεύσεις όπως οι Πρέσπες, με περιοχές περιφερειακής σημασίας. Δημιουργήθηκαν 27 Φορείς Διαχείρισης με τη μορφή Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, με Διοικητικό Συμβούλιο παρόμοιας σύνθεσης και με παρόμοια κονδύλια, τα οποία προέρχονταν αποκλειστικά από το τρίτο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης.
Το μοντέλο οργάνωσης των Φορέων Διαχείρισης που ακολουθήθηκε φαίνεται ότι προέρχεται από την δομή των Περιφερειακών Πάρκων σε άλλες χώρες. Δυστυχώς όμως αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβεί όταν δεν έχουν ολοκληρωθεί διαδικασίες περιφερειακής συγκρότησης και δεν έχει εμπεδωθεί η κουλτούρα συνεργασίας. Ήταν επίσης φανερό ότι η κεντρική κυβέρνηση και οι κεντρικές υπηρεσίες αδιαφορούσαν ή και υπονόμευαν το θεσμό. Αυτή ήταν και μια εγγενής αδυναμία εξ’ αρχής.
Οι υπόλοιπες περιοχές του δικτύου NATURA 2000 έμειναν χωρίς καμία πρόβλεψη και εποπτεία. Η επιτροπή Φύση 2000 που είχε συσταθεί καταργήθηκε. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ένα μεγάλο και σύνθετο ζήτημα που αφορά μεγάλες εκτάσεις τις χώρας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από μια επιτροπή. Η έλλειψη επίβλεψης και διαχείρισης στις περιοχές του δικτύου NATURA 2000 αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα για το φυσικό περιβάλλον και αφήνει έκθετη τη χώρα απέναντι στη κοινοτική νομοθεσία και τις διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει για τη διατήρηση των απειλούμενων ειδών και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.
Δυστυχώς εννέα χρόνια μετά από τη δημιουργία των Φορέων Διαχείρισης δεν έχουν εκδοθεί ακόμα όλα τα νομικά κείμενα που θεσμοθετούν τις επιμέρους ζώνες διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών ή διευθετούν τις διαδικασίες διαχείρισης.
Τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου που δημιουργήθηκαν δεν έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες αλλά περιορίζονται στη διατύπωση γνώμης για τα μεγάλα ζητήματα.
Παρά όμως το ότι είναι ΝΠΙΔ, οι διαδικασίες πρόσληψης για συμβάσεις εργασίας ήταν αυτές που επιβάλλει το ΑΣΕΠ, με αποτέλεσμα το επίπεδο του προσωπικού να είναι πολύ χαμηλό.
Το προσωπικό που προσλήφθηκε ασχολήθηκε κυρίως, και σε πολλές περιπτώσεις σχεδόν αποκλειστικά, μόνο με τις διαδικασίες απορρόφησης των κονδυλίων του Επιχειρησιακού Προγράμματος Περιβάλλον. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει σε ζητήματα αξιολόγησης έργων, κρίσης Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων κ.λπ.
Μια βασική διαδικασία όπως είναι η εκπόνηση του Σχεδίου Διαχείρισης Προστατευόμενης Περιοχής, ανατίθεται και εκπονείται χωρίς δημόσια διαβούλευση σε εξωτερικά γραφεία και με μικρά χρονικά περιθώρια με αποτέλεσμα: α) η ποιότητά τους να είναι χαμηλή και να αποτελούν κακέκτυπα των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών, β) να μην έχουν επιχειρησιακό χαρακτήρα και γ) να μην έχουν διασφαλίσει την απαιτούμενη συναίνεση. Αυτό οφείλεται και στην αδυναμία του προσωπικού και στην έλλειψη εμπειρίας και ενδιαφέροντος των μελών των Δ.Σ., ακόμη και του προέδρου που συχνά είναι πολιτικό πρόσωπο με πλήρη άγνοια ή/και αδιαφορία για το φυσικό περιβάλλον αλλά και στην απουσία κουλτούρας διαβούλευσης και συνεργασίας.»
Σε πολλές περιπτώσεις οι αποφάσεις για κρίσιμα ζητήματα αντιμετωπίστηκαν από τα Δ.Σ. των Φορέων Διαχείρισης με μια τοπικιστική και μικροπολιτική λογική χωρίς αρχές και κατευθύνσεις και με πλήρη άγνοια των συνεπειών στο φυσικό περιβάλλον. Ταυτόχρονα η ενασχόληση κατά κύριο λόγο με τη «διαχείριση πόρων του Ε.Π.ΠΕΡ.Α.Α.» και λιγότερο με την εφαρμογή διαχειριστικών μέτρων για τη φύση, μετέτρεψε τους Φ.Δ περιοχών σε «διαχειριστές» προγραμμάτων.Η μόνη αυτή ενασχόληση από προσωπικό και διοίκηση χωρίς εμπειρία είχε έντονα στοιχεία αυτοσχεδιασμού, «εμπειρισμού» και θεωρίας περί των πραγμάτων με αποτέλεσμα τραγικές καθυστερήσεις. Αυτό οφείλεται τόσο στη σύνθεση των Δ.Σ., καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις τα μέλη αλλά και ο πρόεδρος δεν είχαν εμπειρία και πολλές φορές ούτε ενδιαφέρον για την «τοπική λογοδοσία» και το φυσικό περιβάλλον ως σημαντικό στοιχείο του «τοπικού και κοινωνικού αυτοπροσδιορισμού» όσο και στην απουσία διαδικασιών και γενικών κατευθύνσεων.
Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων προτείνεται η διασαφήνιση του ρόλου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και των Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών και της μεταξύ τους σχέσης. Ταυτόχρονα να εξετασθεί η εμπλοκή των Ανώνυμων Αναπτυξιακών Εταιρειών ΟΤΑ, οι οποίες αποτελούν μια τοπικά εγκατεστημένη ισχύ τεχνογνωσίας στο σχεδιασμό και διαχείριση ολοκληρωμένου προγραμματισμού, προβλέπεται δε ρητά στην καταστατική τους πράξη η σχετική αρμοδιότητα με βάση τον Ν.3463/2006 και τον Ν.3852/2010. Η παρακάτω πρόταση προσπαθεί να θέσει τις βάσεις της οργάνωσης μιας συνολικής διαχείρισης συντονισμού πόρων και τεχνογνωσίας. Είναι σαφές ότι για να είναι αποτελεσματικό ένα σύστημα διαχείρισης, πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή στις διαδικασίες και τις αρμοδιότητες ενώ το ζήτημα των προσώπων είναι δευτερεύον.

Προτείνονται:

Α) Η διάκριση των περιοχών σε περιοχές υπερεθνικής σημασίας και ακτινοβολίας και η δημιουργία σ’ αυτές Εθνικών Πάρκων με τη μορφή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου όπως είναι τα Εθνικά Πάρκα διεθνώς. Στο Διοικητικό Συμβούλιο βεβαίως αυτών των Φορέων Διαχείρισης θα πρέπει να συμμετέχουν οι τοπικές κοινωνίες και κοινωνικοί φορείς, ώστε να επιτυγχάνεται η συναίνεση. Η διαχείριση των δημοσίων εκτάσεων σ’ αυτές τις περιοχές θα πρέπει να γίνεται από το Εθνικό Πάρκο π.χ. η δασική διαχείριση ή η αλιεία σε εσωτερικά ύδατα θα πρέπει να γίνεται με την εποπτεία του Εθνικού Πάρκου, ώστε οι παραγωγικές δραστηριότητες να προσαρμόζονται και να συνδυάζονται με τις αρχές διατήρησης της βιοποικιλότητας και των σημαντικών στοιχείων της συγκεκριμένης περιοχής. Τα έσοδα από αυτές τις παραγωγικές δραστηριότητες θα πρέπει να αποτελούν έσοδα των Φορέων Διαχείρισης.

Β) Στις υπόλοιπες περιοχές που σήμερα διαθέτουν Φορείς Διαχείρισης θα μπορούσαν μετά την συγχώνευση των Φορέων Διαχείρισης σε έναν Περιφερειακό Φορέα να δημιουργηθούν Περιφερειακά Πάρκα με τη μορφή Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, την συμμετοχή και στήριξη της τοπικής αυτοδιοίκησης , την εξασφάλιση της τοπικής βιωσιμότητας αλλά και με συγκεκριμένες ρυθμίσεις που θα αφορούν τις αρμοδιότητες και τη διαχείριση των περιοχών. Στις περιοχές αυτές το Σχέδιο Διαχείρισης θα πρέπει να διαμορφώνεται τοπικά, με τη συμμετοχή ίσως εξωτερικών συμβούλων, ώστε να αποτελεί τη βασική χάρτα διαχείρισης της περιοχής την περίοδο που ακολουθεί την εκπόνησή του. Περιφερειακά Πάρκα θα πρέπει να δημιουργούνται από τα κάτω με τοπική συμφωνία και συγκεκριμένες προτεραιότητες, όπως αυτές καθορίζονται στο Σχέδιο Διαχείρισης.

Γ) Για τη διασφάλιση της σωστής διαχείρισης στις περιοχές του δικτύου NATURA 2000 (ΤΚΣ και ΖΕΠ) θα πρέπει συγκεκριμένες υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος να δώσουν τις κατευθύνσεις των διαχειριστικών μέτρων σε κάθε περιοχή, ανάλογα με τα ενδιαιτήματα και τα είδη για τα οποία αυτή έχει χαρακτηριστεί (πχ τα είδη ορνιθοπανίδας για τα οποία χαρακτηρίστηκε μία ΖΕΠ). Αυτό θα πρέπει να γίνει μετά από Σχέδιο Διαχείρισης, με αυστηρές προδιαγραφές αλλά όχι κατ’ ανάγκη υψηλού κόστους, που θα εστιάζει ακριβώς στα αντικείμενα προστασίας κάθε περιοχής. Θα πρέπει επίσης να διασφαλιστούν οι κατάλληλες χρηματοδοτήσεις για την εφαρμογή των προτάσεων μέσω των κοινοτικών προγραμμάτων. Με αυτό τον τρόπο θα καλυφθεί υποχρέωση της χώρας για τη σωστή διαχείριση και εποπτεία στο σύνολο του δικτύου NATURA 2000 και θα καθοριστούν τα όρια μέσα στα οποία θα πρέπει να κινηθούν οι Φορείς Διαχείρισης τόσο των Εθνικών όσο και των Περιφερειακών Πάρκων. Για τις περιοχές που δεν εντάσσονται σε κάποια Προστατευόμενη Περιοχή, όπως και για το σύνολο των περιοχών του δικτύου NATURA 2000, θα πρέπει να δημιουργηθούν κατάλληλες υπηρεσίες με αξιοποίηση των δομών που υπάρχουν ήδη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος στις Αιρετές Περιφέρειες και στη Γενική Διεύθυνση Δασών.

Δ) Ανάπτυξη προγραμμάτων παρακολούθησης των πληθυσμών, της εξάπλωσης και της κατάστασης διατήρησης των ειδών χλωρίδας, πανίδας και ενδιαιτημάτων. Η παρακολούθηση αποτελεί προϋπόθεση για την εκπόνηση των Σχεδίων Διαχείρισης, καθιστώντας μάλιστα ευκολότερη και φθηνότερη την εκπόνησή τους, αλλά και για την ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης των απειλούμενων και προστατευόμενων ειδών και ενδιαιτημάτων σε εθνικό επίπεδο.

Πρόταση

Τα Δ.Σ των Περιφερειακών φορέων διαχείρισης να συγκροτούνται με απόφαση του Αιρετού Περιφερειάρχη και υπηρεσία τους να είναι: α) οι 13 Περιφερειακές Διευθύνσεις Δασών της χώρας στις οποίες να μεταφερθεί το εποχιακό προσωπικό Φορέων Διαχείρισης αναβαθμίζοντας ταυτόχρονα τις καθ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες και β) η υλοποίηση των προγραμμάτων να γίνεται για λογαριασμό τους από τις Ανώνυμες Αναπτυξιακές ΟΤΑ.
Στην απόφαση της κυβέρνησης για τη μείωση των φορέων του δημοσίου να υπάρξει διάταξη υπαγωγής του συνόλου των αρμοδιοτήτων τους στις 13 Περιφερειακές Διευθύνσεις Δασών της χώρας, με παράλληλη εκχώρηση της αρμοδιότητας υλοποίησης έργων και δράσεων στις Αναπτυξιακές Εταιρείες.
Στην αναμόρφωση του Επιχειρησιακού Προγράμματος ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ 2007-2013 και στο σχεδιασμό της νέας Προγραμματικής περιόδου να συμπεριληφθούν ως Δικαιούχοι υλοποίησης έργων οι Αναπτυξιακές Εταιρείες της χώρας και Υπηρεσίες Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος της χώρας, οι οποίες υπάγονται ήδη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.

Επιπλέον

Να εργαστεί το προσωπικό που προσλήφθηκε εποχιακά στα δασαρχεία της ευρύτερης περιοχής κάτω από την ευθύνη έμπειρων διοικήσεων, να μην γίνει καμία νέα πρόσληψη προσωπικού, και οι πόροι του ΕΣΠΑ να επενδυθούν στο σύνολό τους σε δράσεις προστασίας, διαχείρισης και ανάπτυξης του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας.
Οι υποδομές και το υφιστάμενο προσωπικό των φορέων διαχείρισης να περιέλθουν στις κατά τόπους Δασικές Υπηρεσίες, οι οποίες να αποτελέσουν και τις υπηρεσίες των Φορέων Διαχείρισης, έχοντας μάλιστα και αρμοδιότητες εφαρμογής των αποφάσεων, σε ό,τι αφορά τη φύλαξη και προστασία, ανακριτικές αρμοδιότητες κ.λπ.
Η εφαρμογή της ΚΥΑ για το Οικολογικό Πάρκο Πάρνωνα για παράδειγμα να ανατεθεί στα Δασαρχεία Κυνουρίας και Σπάρτης
Να αναβαθμιστούν συνολικά οι Δασικές Υπηρεσίες, να στελεχωθούν με ειδικότητες διεπιστημονικού προσωπικού (βιολόγους, περιβαλλοντολόγους, χαρτογράφους, χωροτάκτες κ.λπ. με βάση τους αποχωρούντες υπαλλήλους και να γίνουν ουσιαστικές σύγχρονες και αποτελεσματικές υπηρεσίες προστασίας και διαχείρισης του Φυσικού Περιβάλλοντος της Χώρας .
Να προγραμματιστούν παρεμβάσεις και δράσεις προστασίας και οικοανάπτυξης της περιοχής για την επόμενη προγραμματική περίοδο από τις Αναπτυξιακές Εταιρείες, ώστε η τοπική κοινωνία που σηκώνει το κόστος της προστασίας και των περιορισμών μιας πολύ σημαντικής από άποψη φυσικού περιβάλλοντος περιοχή, να έχει τα αντισταθμιστικά οφέλη από αυτό.

[1] Δημήτριος Μπούσμπουρας, έτος 2009, Υπόμνημα στο Υπουργείο Περιβάλλοντος


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παρακαλώ, απαντήστε στο ερώτημα *