H παραγωγικότητα στις δημόσιες υπηρεσίες

3 Δεκεμβρίου 2012  /   Χωρίς Σχόλια

 

Tου ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ

 

O Γερμανός υπουργός κ. Φούχτελ είπε μίαν αλήθεια. Άλλο αν τη διατύπωσε άκομψα, με αποτέλεσμα να θιγούν οι δημοτικοί υπάλληλοι και να προβούν στις γνωστές βιαιοπραγίες κατά του Γερμανού Προξένου στη Θεσσαλονίκη, που εξέθεσαν τη χώρα διεθνώς.

Μια παρένθεση: Από τα αρχαία χρόνια οι ξένοι πρέσβεις προστατεύονταν με ασυλία. Από όσο ξέρω, στην τρισχιλιετή ιστορία μας μία φορά παραβιάστηκε ο πατροπαράδοτος αυτός κανόνας. Τότε, στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα, που η Περσία, υπερδύναμη της εποχής, έστειλε πρέσβεις στις Ελληνικές πόλεις απαιτώντας να δηλώσουν υποταγή στο μέγα βασιλέα, να δώσουν «γην και ύδωρ» όπως συνηθιζόταν να λέγεται. Και οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες έριξαν τους πρέσβεις σε πηγάδι. «Αυτού μέσα ―τους είπαν― θα βρείτε γη και ύδωρ όσο θέλετε».
Είπε λοιπόν ο κ. Φούχτελ πως είναι διαπιστωμένο ότι η δουλειά που γίνεται στην Ελλάδα από 3.000 δημοτικούς υπαλλήλους, στη Γερμανία γίνεται από 1.000. Και διευκρίνισε κατόπιν ότι αυτό οφείλεται στην έλλειψη οργάνωσης στις ελληνικές δημοτικές υπηρεσίες.
Η διαπίστωση αυτή του Γερμανού υπουργού δεν αντικρούστηκε με στοιχεία. Και πώς να αντικρουστεί; Η Γερμανία έχει πληθυσμό 80 εκατομμύρια και 180.000 δημοτικούς υπαλλήλους. Άρα, αν είχε τον πληθυσμό της Ελλάδος (10 εκατομμύρια), θα είχε κατ’ αναλογία 23.000 δημοτικούς υπαλλήλους. Η Ελλάδα όμως έχει 70.000, ήτοι τριπλάσιους από τη Γερμανία. Επικαλούμαστε βέβαια άλλη στατιστική κατά την οποία οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι εργάζονται περισσότερες ώρες ετησίως από τους Γερμανούς συναδέλφους τους.
Εδώ το πράγμα παίρνει συζήτηση. Κατά τα λεξικά, οι λέξεις «εργάζομαι» και «δουλεύω» είναι συνώνυμες. Κατά την αντίληψη όμως του γέρο – θυρωρού του ανεκδότου υπάρχει διαφορά:
Πήγε, λέει το ανέκδοτο, ένας πολίτης κάποιο απόγευμα σε μια δημόσια υπηρεσία για υπόθεσή του.
– Είναι κλειστά, του λέει ο θυρωρός.
– Ά, δεν δουλεύουν το απόγευμα; λέει ο πολίτης
– Όοόχι, απαντάει ο θυρωρός, το πρωί δεν δουλεύουν, το απόγευμα δεν εργάζονται.
Η νοστιμάδα των ανεκδότων έγκειται στην υπερβολή.
O γράφων έχει δουλέψει και σε ιδιωτική επιχείρηση και σε δημόσιους Oργανισμούς. Η αλήθεια είναι ότι στο δημόσιο οι συνθήκες εργασίας είναι κάπως χαλαρές σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα. Και ακόμα αλήθεια είναι ότι στο δημόσιο ενδημεί και ένα μικρό ποσοστό τεμπέληδων υπαλλήλων που επιβιώνουν και όχι σπανίως παίρνουν και βαθμούς χάρη στους προστάτες, αλλά και στην ανοχή των συναδέλφων τους. Oι άλλοι όμως, οι πολλοί, δουλεύουν και συχνά με ένταση και άγχος.
Τότε, πού οφείλεται η χαμηλή παραγωγικότητα του δημοσίου;
Υπάρχουν πολλοί λόγοι. Κατά τη γνώμη μου, βγαλμένη από την πείρα, οι σπουδαιότεροι είναι δύο:
O πρώτος είναι ότι εμείς οι Έλληνες δεν έχουμε οργανωτικό πνεύμα. Και αυτό οφείλεται – ας μη φανεί παραδοξολογία – στο ότι είμαστε έξυπνοι. Το πιάνουμε στον αέρα! Δεν καθόμαστε να το μελετήσουμε, να κάνουμε ένα πιλοτικό πρόγραμμα, να δούμε πώς περπατάει και κατόπιν να το εφαρμόσουμε. Αποφασίζουμε με την έμπνευση της στιγμής. Και όταν το πράγμα δεν πάει καλά, τότε…. δεν επαρκεί το προσωπικό – φέρτε και άλλους υπαλλήλους, και δεν έχουμε τα μέσα -δώστε και άλλα λεφτά!
O δεύτερος και σπουδαιότερος λόγος είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης. Δεν εμπιστεύεται ο ανώτερος τον κατώτερο και οι δύο τον πολίτη, που και αυτός από τη μεριά του δεν εμπιστεύεται τη δημόσια υπηρεσία.
Αυτή η αμφίδρομη έλλειψη εμπιστοσύνης γεννά τη γραφειοκρατία και αυτή με τη σειρά της τη διαφθορά, τη διαφθορά που δημιουργεί την ανάγκη περισσότερης γραφειοκρατίας και πέφτουμε σε φαύλο κύκλο.
Όλοι θα έχουμε παραδείγματα για του λόγου το αληθές, αλλά ας πούμε ένα, κάπως παλαιό αλλά χαρακτηριστικό:
Πριν καθιερωθεί η αντικειμενική αξία των ακινήτων, προκειμένου να προσδιοριστεί ο φόρος σε μια αγοραπωλησία, ο εφοριακός καθόριζε την αξία του ακινήτου κατά πολύ υψηλότερη της πραγματικότητας, ίσως από υπερβάλλοντα ζήλο, ίσως και εκ του πονηρού. O αγοραστής από τη μεριά του δήλωνε τιμή αγοράς χαμηλότερη της πραγματικής. Και τότε άρχιζε μια διελκυστίνδα συζητήσεων, αντεγκλήσεων, ενστάσεων, προσφυγών και να χαρτομάνι και να χάσιμο χρόνου. Όταν, επί τέλους, κατέληγαν, η αξία που καθοριζόταν ήταν πάντα ανώτερη της δηλωθείσης, αλλά ο αγοραστής δε διωκόταν για ψευδή δήλωση, προφανώς γιατί το κράτος του ανεγνώριζε δικαίωμα να ψεύδεται αφού και αυτό έκανε το ίδιο.
Αυτός ο τραγέλαφος εξαλείφτηκε με τον σοφό νόμο που καθιέρωσε την αντικειμενική αξία. Τα αντικειμενικά κριτήρια όμως δεν μπορεί να εφαρμοστούν παντού. Αλλού, στο φόρο εισοδήματος π.χ., μπορεί να οδηγήσουν σε αδικίες.
Εκείνο που χρειάζεται επομένως είναι η αποκατάσταση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους – πολίτη. Δεν είναι εύκολο ούτε γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται μακροχρόνια αγωγή. Και πάντοτε υπό δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, να γίνονται δειγματοληπτικοί έλεγχοι και όταν αποκαλύπτεται απάτη, ο ένοχος (πολίτης ή υπάλληλος) να τιμωρείται αυστηρά. Δεύτερον, οι υψηλά ιστάμενοι, διοικούντες και νομοθετούντες να είναι άψογοι όχι μόνο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, αλλά και στις ιδιωτικές τους υποθέσεις. Τότε θα εμπνεύσουν στο λαό την εμπιστοσύνη προς το κράτος και θα φερθεί αναλόγως. Το επισήμανε πριν 2.500 χρόνια ο Ευριπίδης στον «Oρέστη», (το πήρα από το βιβλίο της κας Ανθής Λεούση «ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΑΘΗΝΑΙOΣ: Ξέρεις τη φύση των ανθρώπινων πραγμάτων;». Λέει ο αρχαίος σοφός: «Όταν έχει αρχηγούς κακούς, το πλήθος είναι φοβερό. Μα όταν βρει ηγέτες έντιμους, αποφασίζει πάντοτε σωστά».
Όπως θα επρόσεξε ο αναγνώστης, αναφέρομαι κυρίως στις εργασίες γραφείου από όπου έχω πείρα. Εκεί, είναι βέβαιο ότι όταν υπάρξει αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ κράτους – πολίτη, θα μειωθεί η γραφειοκρατία ή ―πιο σωστά― η «πολυγραφία», άρα και το κόστος, όπως συμβαίνει στις προηγμένες χώρες.
Μου έλεγε φίλος που έκανε προ ετών μεταπτυχιακό στην Αγγλία: Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί γέννησε η σύζυγός του. Πήρε τη ληξιαρχική πράξη γέννησης και πήγε στο δημόσιο γραφείο το αρμόδιο για τη χορήγηση επιδόματος στα παιδιά. Η υπάλληλος δεν την κράτησε τη ληξιαρχική πράξη, απλώς σημείωσε τα στοιχεία της στα χαρτιά της, τον ρώτησε πού θέλει να στέλλεται το επίδομα, το σημείωσε και αυτό, «ευχαριστώ» και τελείωσαν.
Άμποτε να φτάσουμε και εμείς σε αυτό το επίπεδο.

  • Κατηγορία: ΑΡΘΡΑ
  • Ετικέτες:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παρακαλώ, απαντήστε στο ερώτημα *