Ο Εθνικός μας Ήρωας Νικόλαος Κατούντας

23 Ιουλίου 2020  /   Χωρίς Σχόλια

Έχουμε την ιδιαίτερη χαρά να φιλοξενούμε σήμερα κείμενα-μαρτυρίες για τον Θρυλικό Λοχαγό, Νικόλαο Κατούντα, με καταγωγή, εκ πατρός, από την Παναγίτσα Αρκαδίας (Δήμος Τριπόλεως), τον «Λεωνίδα της Κερύνειας».
Προσηλωμένος στο καθήκον του και πολεμώντας προδομένος στα προκεχωρημένα φυλάκια του εθνικού μας χώρου, άφησε τη γυναίκα του μόλις 21 ετών, μ’ ένα μωρό πέντε μηνών στην αγκαλιά της κι ένα στην κοιλιά της. Είναι οι δύο πανάξιες κόρες του εικονιζόμενου Παλλήκαρου.
«Εν όψει της Μαύρης Επετείου, σας στέλνω 4 συγκλονιστικά κείμενα – μαρτυρίες, για να μπουν όποια και όπως εσείς κρίνετε. Μάλιστα, σαν αύριο (22/7) περνά στο Πάνθεον των Ηρώων ο θρυλικός Λοχαγός ΚΑΤΟΥΝΤΑΣ. Είναι ο μοναδικός Λοχαγός με τις 5 μάχες, ο οποίος πολεμούσε 3 μέρες συνεχόμενα τον Τούρκο εισβολέα, καταφέροντάς του τα πιο καίρια πλήγματα και τις μεγαλύτερες απώλειες».

Σήμερα φιλοξενούμε το πρώτο κείμενο-μαρτυρία τού κ. Γεωργίου Θ. Πραχαλιά, Ταγματάρχη ε.α., με τίτλο:

«ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΤΟΎΝΤΑΣ: Ο Εθνικός μας Ήρωας»

Γράφει ο Γεώργιος
Θ. Πραχαλιάς,
Ταγματάρχης ε.α.

Η προσπάθεια να αποτυπώσει κάποιος σε ένα απλό κείμενο την ιστορία του Λοχαγού Νικολάου Κατούντα είναι εξαιρετικά δύσκολη και σύνθετη. Και αυτό για δύο βασικούς λόγους: κατά πρώτον, γιατί η ιστορία του ανδρός είναι σχεδόν μυθιστορηματική και η αφήγησή της προϋποθέτει τη μύηση του αναγνώστη στην αίγλη που συνοδεύει τη μορφή του Κατούντα και, κατά δεύτερον, γιατί η κορύφωση της προσωπικής ιστορίας του Κατούντα διασταυρώνεται με την κορύφωση της εθνικής ιστορίας του Κυπριακού Ελληνισμού.
Ο Λοχαγός Κατούντας είναι ο όμορφος και ευγενής ιππότης που συναντάμε στις σελίδες των μυθιστορημάτων. Έχει μια ομορφιά και ευγένεια που πηγάζει από τις πατρογονικές καταβολές του, αποτυπώνεται στο γονιδίωμα και στην ψυχή και, τέλος, έχει μια ομορφιά και ευγένεια που αντικατοπτρίζονται ξεκάθαρα στο πρόσωπό του, στη συμπεριφορά και στις πράξεις του. Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για έναν υπέροχο άνδρα με αδαμάντινο χαρακτήρα, με πνευματική καλλιέργεια που προσωποποιεί το αρχέγονο πρότυπο του διαχρονικού προμάχου της μίας και ιδανικής αγαπημένης: της Πατρίδας.
Άνδρες σαν τον Κατούντα αποτελούν σημείο αναφοράς για την υπόσταση του Ελληνισμού, γιατί αποτελούν τις αυταπόδεικτες αλήθειες που τεκμηριώνουν τις προαιώνιες και πανανθρώπινες ελληνικές αρετές και αξίες.
Από τη στιγμή που εισήλθε στη Σχολή Ευελπίδων ξεχώρισε αμέσως. Η υπηρεσιακή διαδρομή και εξέλιξή του ήταν καταπληκτική και πολυσύνθετη. Μέσα στο γκρίζο και μουντό στρατιωτικό κατεστημένο της εποχής, το κατάφορτο από ημιάγριες κραυγές και ναφθαλίνη, ο Κατούντας συνοδεύονταν από φως… Δεν ήταν μόνο οι στρατιωτικές του ικανότητες και τα σωματικά του προσόντα αυτά που τον έκαναν άριστο αξιωματικό και δεινό καταδρομέα. Ούτε η αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου ήταν αυτό που τον έκανε καλλιεργημένο άνθρωπο. Ήταν ο συνολικός ψυχισμός του αυτός που ανέδυε μια διαπεραστική και γοητευτική αύρα. Μια αύρα που μαρτυρούσε ότι δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο Αξιωματικό, αλλά για ένα χαρισματικό ηγέτη, έναν αυθεντικό κάτοχο της τέχνης του πολέμου, έναν ιεροδιάκονο του ιπποτισμού και της γενναιοφροσύνης.
Η μετάθεση του Λοχαγού Κατούντα στην Κύπρο επιβεβαίωνε μια αξιοζήλευτη πορεία. Είχε ήδη μια εντυπωσιακή σταδιοδρομία, δημιουργούσε μια υπέροχη οικογένεια και ένα λαμπρό μέλλον διαγράφονταν μπροστά του. Το λαμπρό όμως μέλλον του Κατούντα, διασταυρώνονταν πλέον με το θολερό μέλλον της Κύπρου. Η μαρτυρική νήσος βρίσκονταν ανάμεσα στις συμπληγάδες της ψυχροπολεμικής διεθνούς διπλωματίας, τα πάγια συμφέροντα του βρετανικού στέμματος, τις αδιάκοπες αρπακτικές βλέψεις της Τουρκίας αλλά και την αδελφοκτόνο σύγκρουση ανάμεσα στην ελλαδική χούντα των συνταγματαρχών και την κυβέρνηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
Ο Κατούντας τοποθετήθηκε στην 33η Μοίρα Καταδρομών, μια από τις καλύτερες Μοίρες Καταδρομών του νησιού, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του 31ου Λόχου Κρούσεως. Πολύ γρήγορα, ο Λόχος υπό τη διοίκησή του ξεπέρασε κάθε προηγούμενο επιχειρησιακής αξιολόγησης και έγινε η αιχμή του δόρατος της άμυνας του νησιού.
Υπήρχε όμως και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό: η προσωπική ακτινοβολία και η φήμη του Λοχαγού, τον οποίο οι προϊστάμενοί του σέβονταν και οι υφιστάμενοί του λάτρευαν. Και μόνο στη θωριά του Λοχαγού τους, οι άνδρες του Λόχου του μετατρέπονταν σε Μυρμιδόνες του Αχιλλέα, σε Λακεδαιμόνιους του Λεωνίδα, σε Μακεδόνες του Αλεξάνδρου, σε Μοραΐτες του Νικηταρά. Γιατί ήξεραν ότι ο Λοχαγός τους θα ηγηθεί με παράστημα και καρδιά λέοντα στη φωτιά της μάχης, ότι τα χνάρια του θα τους δείξουν το δρόμο για τη δόξα. Γιατί έβλεπαν καθημερινά ότι ο Λοχαγός τους είναι ένα αμάλγαμα από τη στόφα του Αχιλλέα, του Λεωνίδα, του Αλεξάνδρου και του Νικηταρά.
Εκείνη την εποχή όμως εξυφαίνονταν και τα σχέδια πολιτικής εκτροπής από σκοτεινούς κύκλους, εντός και εκτός νησιού. Μια πολιτική εκτροπή που οδήγησε στην τουρκική εισβολή και την προδοσία της Κύπρου. Ο Κατούντας άντεξε πεισματικά τη μέγγενη των σκοτεινών αυτών κύκλων και των αδίστακτων μηχανισμών τους, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Αν είχε υποκύψει στα δολερά κελεύσματά τους, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος θα είχε εξοντωθεί και ο Κατούντας θα ζούσε σήμερα με ασφάλεια ανάμεσά μας. Κάτι τέτοιο όμως, ήταν δομικά αντίθετο με την ιπποτική φυσιογνωμία του Κατούντα. Γι’ αυτό και εισέπραξε το μένος αυτών των μηχανισμών. Ένα μένος που το πλήρωσε τελικά πανάκριβα ο ίδιος και συνεχίζει να το πληρώνει μέχρι σήμερα, εξίσου πανάκριβα, η οικογένειά του. Πάνω απ’όλα όμως, πρόκειται για ένα μένος που το πλήρωσε πανάκριβα η Κύπρος και ο Ελληνισμός.

Η πορεία του Κατούντα προς τη θυσία δεν ξεκίνησε το πρωινό της 20ης Ιουλίου 1974 και την Τουρκική εισβολή. Είχε ξεκινήσει πριν την εκτροπή της 15ης Ιουλίου 1974, όταν οι σκοτεινοί μηχανισμοί – ένθεν κακείθεν – άρχισαν την καταδολίευση της στρατιωτικής άμυνας του νησιού και την υπονόμευση των δυνατοτήτων των στρατιωτικών Μονάδων και Τμημάτων όσων Αξιωματικών δεν συμμετείχαν στην εκτροπή. Παρά την υπονόμευση όμως που υπέστη ο ίδιος και ο Λόχος του, ο Κατούντας έδωσε εμφατικά το παρόν στη χαραυγή της τουρκικής απόβασης. Αντιλαμβανόμενος την επαμφοτερίζουσα στάση του συνόλου της Ιεραρχίας του, εισηγήθηκε σθεναρά και πεισματικά την εφαρμογή των πολεμικών σχεδίων πριν ακόμα εκδηλωθεί η απόβαση των θρασύδειλων εισβολέων. Δεν εισακούσθηκε. Αλλά και όταν άρχισε η απόβαση, ο λεοντόκαρδος Λοχαγός επέμεινε στην άμεση και δυναμική απάντηση της ιταμής πρόκλησης. Κι ας είχε εικόνα των προθέσεων της Ιεραρχίας του, των ακατανόητων διαταγών, των αδειανών αποθηκών επιστρατεύσεως, των αχρηστευθέντων βαρέων όπλων και ασυρμάτων, των κατεστραμμένων οχημάτων και πυρομαχικών. Μπήκε αγέρωχα μπροστά και ας ψυχανεμίζονταν την τραγική αλήθεια. Βάδισε συνειδητά προς το Εκούσιο Πάθος, ακριβώς όπως και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος…
Η πολεμική δράση του Κατούντα κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο είναι στην κυριολεξία κινηματογραφική. Η λόγχη του άστραψε και βρόντηξε εκκωφαντικά. Όταν τα πάντα κατέρρεαν, οι καταδρομείς του 31ου Λόχου Κρούσεως αποτέλεσαν φωτεινό παράδειγμα αξιόμαχου τμήματος, πολεμώντας στο πλάι του Λοχαγού τους συντεταγμένα, με απαράμιλλο θάρρος, χαλύβδινο σθένος και ακλόνητη πίστη για τη νίκη. Η πλέον κομβική όμως από τις μάχες που έδωσε ο Κατούντας με τους καταδρομείς του, υπήρξε αυτή του υψώματος του Αγίου Ιλαρίωνα. Γιατί εκεί του στέρησαν μια καθοριστική νίκη. Αν τον άφηναν να κρατήσει το ύψωμα, γιατί ουσιαστικά το είχε καταλάβει όταν διατάχθηκε να απαγκιστρωθεί, τότε η έκβαση της εισβολής θα ήταν τελείως διαφορετική. Αντιθέτως, τον απομάκρυναν από τον Αντικειμενικό Σκοπό που είχαν οι καταδρομείς και τον απέστειλαν σε αποστολή πεζικού, χωρίς υποστήριξη πυροβολικού και βαρέων όπλων. Τον απέστειλαν δηλαδή ως πρόβατο επί σφαγή. Ίσως γιατί οι σκοτεινοί κύκλοι αυτό επεδίωκαν από την αρχή.
Από νικητής στον Άγιο Ιλαρίωνα, ο Κατούντας διατάχθηκε να συμπτυχθεί και ακολούθως να αναπτυχθεί σε ανοικτό πεδίο, για να συγκρατήσει την πλημμυρίδα των εισβολέων, που είχαν ήδη πετύχει το πρώτο προγεφύρωμα στην Κερύνεια. Ο Κατούντας ανέπτυξε τους Καταδρομείς του με το βέλτιστο δυνατό τρόπο, προσπαθώντας να απαγορεύσει τη διαπλάτυνση του εχθρικού προγεφυρώματος, ελπίζοντας σε ενισχύσεις με βαρέα όπλα και άρματα. Όταν αντελήφθη ότι όχι μόνο δεν θα έρθουν ενισχύσεις αλλά και ότι ο εχθρός τον έχει περικυκλώσει με σημαντικό αριθμό αρμάτων, τότε συνειδητοποίησε την παγίδα που είχε στηθεί σε βάρος του. Και όχι με αποκλειστική υπαιτιότητα των Τούρκων. Παρά τις απώλειες, κατάφερε να απαγκιστρώσει το Λόχο του μέσα από ορυμαγδό εχθρικών πυρών και να συμπτυχθεί απολύτως συντεταγμένα σε έναν ελαιώνα νότια της Κερύνειας.
Στο σημείο αυτό, ο Κατούντας έζησε την προσωπική του Γεσθημανή. Είναι η τελική δοκιμασία που επιφυλάσσει η Θεία Πρόνοια σε όσους έχει επιλέξει να υπερβούν την ανθρώπινη υπόστασή τους. Την εικόνα την έχουν περιγράψει με συγκλονιστικό τρόπο οι συμπολεμιστές του. Ο Λόχος έχει ανασυνταχθεί σε έναν ελαιώνα νότια της Κερύνειας και προσπαθούν να ξαποστάσουν για λίγο. Ο Λοχαγός βρίσκεται καθισμένος καταγής, με το όπλο του να ακουμπά τη γη ανάμεσα στα πόδια του και την κάνη να στηρίζεται στον ώμο του. Σκέφτεται την ιδέα ενεργείας που πρέπει να ακολουθήσουν. Μπροστά του υπάρχουν δύο δρόμοι. Ο ένας, ο ασφαλής και εύκολος, είναι να ξεκόψουν στο δρόμο για Λευκωσία και να γλυτώσουν. Ο άλλος, ο επικίνδυνος και δύσκολος, είναι να κάνουν μια απέλπιδα προσπάθεια να συγκρατήσουν την κατευθυνόμενη προς νότο προέλαση των Τούρκων, επιβραδύνοντας τη συνένωση των εισβολέων με τους Τουρκοκυπριακούς θυλάκους του Κιόνελι, καλύπτοντας παράλληλα τα διαλυμένα τμήματα των Ελληνικών Μονάδων που υποχωρούσαν άτακτα και δίνοντας χρόνο στις Ελληνικές δυνάμεις να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους, εξασφαλίζοντας τη διάβαση της Λευκωσίας. Εξαιρετικά τολμηρό
Ο 31ος Λόχος Κρούσεως εισέρχεται στη χαράδρα συντεταγμένα. Και τότε ξεσπά η κόλαση. Καταιγιστικά και διασταυρούμενα υπερκείμενα πυρά πέφτουν πάνω στους Καταδρομείς από παντού, οι οποίοι προσπαθώντας να προφυλαχτούν και να ανταποδώσουν βρίσκουν παντού μπροστά τους παγιδευμένα συρματοπλέγματα με εκρηκτικά και χειροβομβίδες. Μέσα στο χαλασμό, ακούγεται διαρκώς η στεντόρεια φωνή του Κατούντα, που ενώ έχει ήδη τραυματιστεί στο πόδι πυροβολεί αδιάκοπα τον εχθρό και ταυτόχρονα φωνάζει στους καταδρομείς του «Θάρρος παιδιά!». Η κατάσταση είναι τραγική, οι απώλειες αυξάνονται, τα πυρομαχικά τελειώνουν. Καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να ολοκληρώσει το σχέδιό του. Αγαπά όμως τους άνδρες του και ξέρει ότι πρέπει να τους κρατήσει ζωντανούς για να δώσουν την αποφασιστική μάχη στη Λευκωσία. Αποφασίζει να διασπάσει τον κλοιό για να διασωθούν. Αυτός όμως μένει πίσω μόνος του και καλύπτει με πυρά τη διαφυγή, συνεχίζοντας να φωνάζει «Θάρρος παιδιά!». Όταν βγαίνει και ο τελευταίος καταδρομέας από τη χαράδρα, ο Κατούντας μένει μόνος του πίσω και μάχεται λυσσωδώς. Η σκηνή είναι επική, καθώς μέσα στους καπνούς και στην αντάρα της μάχης ο Λοχαγός μάχεται μονάχος, σα να σηκώνει στις πλάτες του την τιμή του Ελληνισμού, σα να προσπαθεί με τη θυσία του να άρει τις αμαρτίες του κόσμου. Το πεπρωμένο του γνέφει…
Από εκείνο το μεσημέρι, ο Λοχαγός Νικόλαος Κατούντας αγνοείται. Κανείς δεν γνωρίζει πια που βρίσκεται. Οι σπαρακτικές προσπάθειες που καταβάλλουν επί χρόνια η σύζυγος και οι κόρες του για να τον βρουν, έχουν αποβεί άκαρπες. Γιατί η επίσημη πολιτεία όχι μόνο δεν έχει συνδράμει ουσιαστικά στην προσπάθεια, αλλά έχει σταθεί ενεργητικά εχθρική και στην ιδέα ακόμα του εντοπισμού του. Ίσως γιατί και νεκρό ακόμα τον φοβούνται. Γιατί η ιστορία του Λοχαγού Κατούντα, του προδομένου ιππότη, ταυτίζεται με την ιστορία του προδομένου Ελληνισμού της Κύπρου. Οι σκοτεινοί κύκλοι που επεδίωκαν τη διχοτόμηση του νησιού ήξεραν ότι οι Μοίρες Καταδρομών έπρεπε να εξοντωθούν γρήγορα και να μη συμπτυχθούν στη Λευκωσία. Γιατί με τους καταδρομείς ζωντανούς να μάχονται μέσα στους δρόμους και στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, ο Αττίλας δεν θα μπορούσε να θέσει πόδα στην πρωτεύουσα του νησιού και να βαδίσει προς Αμμόχωστο. Αν αναλογιστεί κανείς την πιθανότητα να κατάφερνε ο Κατούντας να συμπτυχθεί με το Λόχο του στη Λευκωσία και να ενισχύονταν με τους καταδρομείς που ήρθαν ως εφεδρεία με την επιχείρηση «Νίκη», θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όχι μόνο η Λευκωσία δεν θα έπεφτε αλλά θα ήταν ακόμα εκεί και θα πολεμούσαν μέχρι σήμερα!
Ο Ελληνισμός δεν γνωρίζει πού είναι ο τάφος του Αχιλλέα, του Λεωνίδα, του Αλεξάνδρου, του Παλαιολόγου, του Νικηταρά. Δεν το έχει ανάγκη, γιατί όλοι τους βρίσκονται στην ψυχή του ανώνυμου Έλληνα. Όπως βρίσκεται και ο Κατούντας, ο τελευταίος ήρωας του Ελληνισμού σε εθνικούς πολέμους. Στέκει κι αυτός αμίλητος στη χορεία των Εθνικών Ηρώων, μας κοιτά ήρεμα και μας ανδροκαλεί σε μια αδιάκοπη αναμέτρηση με το πεπρωμένο μας. Είναι αμίλητος, αλλά ο ήχος της φωνής του αντηχεί στεντόρεια από εκείνη τη χαράδρα στους ελαιώνες της Κερύνειας: «Θάρρος παιδιά»!!!
Ο μύθος θέλει τη γοργόνα, την αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, να γυρνά αιώνια στις θάλασσες και να ρωτά «Ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος»; Από το μεσημέρι της 22ας Ιουλίου 1974, η σύζυγος και οι κόρες του Λοχαγού Κατούντα ρωτούν το ίδιο σπαρακτικά «Ζει ο Λοχαγός Κατούντας»; Η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο «Ναι». Γιατί όπως ο Βασιλιάς Αλέξανδρος ζει παντοτινά στο Γρανικό, στην Ισσό και στα Γαυγάμηλα, έτσι και ο Λοχαγός Κατούντας ζει παντοτινά στην Κερύνεια, στον Άγιο Ιλαρίωνα και σ’ εκείνη τη χαράδρα του ελαιώνα. Γιατί οι όμορφοι και ευγενικοί ιππότες δεν πεθαίνουνε ποτέ…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παρακαλώ, απαντήστε στο ερώτημα *