Επικίνδυνα παιχνίδια

29 Ιανουαρίου 2013  /   Χωρίς Σχόλια

Tου ΓΙΑΝΝΗ ΜΗΤΡΑΚΟΥ, Δασκάλου

 

 

Πληθαίνουν εσχάτως οι περιπτώσεις στις οποίες η τρικομματική κυβερνητική εξουσία διολισθαίνει σε καταστάσεις, που δεν συνάδουν ούτε με το μέγεθος της δημοσιονομικής κρίσης της χώρας μας, ούτε με τη σοβαρότητα των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας, ούτε με τη σύνεση, τη φρόνηση και την υπευθυνότητα που θα έπρεπε να διακρίνουν όλους όσοι κλήθηκαν να εργαστούν για τη σωτηρία (;) αυτού του τόπου και του λαού.
O πλέον καλόπιστος πολίτης καταλαβαίνει, πλέον, από τα λόγια και τις πράξεις των κυβερνώντων, πως τη «σωτηρία» της Ελλάδας την αντιλαμβάνονται απρόσωπα, ως ένα ποσοτικό πρόβλημα αριθμητικών δεδομένων και μόνον. Κι αυτό εξηγεί, εν μέρει, την ψυχρότητα με την οποία λαμβάνονται, καθ’ υπόδειξιν των δανειστών μας, σκληρές κι ανελέητες αποφάσεις, οι οποίες έχουν οδηγήσει στην τρομακτική ανεργία 1,5 εκατομμυρίων συνανθρώπων μας, κυρίως προσοντούχων νέων, στην φτωχοποίηση μεγάλου αριθμού νοικοκυριών, και την εμφάνιση νεοκατοχικών εικόνων όπως είναι η αναζήτηση τροφής στα σκουπίδια, τα εκτεταμένα συσσίτια και η τοκογλυφία των ενεχειροδανειστηρίων χρυσού.
Κι επειδή μια τόσο απάνθρωπη πολιτική, όπως είναι γνωστό, δεν μπορεί να περάσει και να εφαρμοστεί με αβροφροσύνες, χαμόγελα και ρεβεράντζες, έχουν επιστρατευτεί οι παλιοί, δοκιμασμένοι τρόποι αυταρχικής διακυβέρνησης, που πολλές φορές σχοινοβατούν στα όρια της δημοκρατικής και συνταγματικής νομιμότητας.
Από την εποχή του πρώτου μνημονίου, επί κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου, έως σήμερα, οι αντοχές του ελληνικού Συντάγματος έχουν δοκιμαστεί πολλάκις, πάντοτε με το ψευδοεπιχείρημα των «ύψιστων λόγων δημοσίου συμφέροντος», με συνέπεια κάτι τέτοιο να θεωρείται ως η εύκολη λύση στα αδιέξοδα της εκάστοτε μνημονιακής κυβερνητικής πολιτικής.
Oυδείς, βέβαια, από τους μέχρι τώρα κυβερνώντες, δεν διανοήθηκε να θέσει υπό την κρίση του ελληνικού λαού τις κορυφαίες αποφάσεις, που λήφθησαν για τη μελλοντική πορεία της πατρίδας μας, με την προσφυγή π.χ. σε ένα ελεύθερο και αδιάβλητο δημοψήφισμα. Λες και όσα συμφωνήθηκαν δεν αφορούν τους απλούς πολίτες, τη ζωή τους, τις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις τους, τα προσωπικά και οικογενειακά τους προγράμματα, που μέσα σε τρία χρόνια τινάχτηκαν στον αέρα.
Είναι φανερό πως η τρικομματική μας κυβέρνηση έχει μιαν «αφ’ υψηλού» θεώρηση των πραγμάτων και κινείται αποστασιοποιημένη από την καθημερινή αγωνία της πλειονότητας των Ελλήνων, οι οποίοι αφού υποβλήθηκαν σε μια, άνευ προηγουμένου, εισοδηματική μείωση, με αποτέλεσμα τη δραματική καθίζηση του βιοτικού τους επιπέδου, τώρα βλέπουν να ακολουθείται μια επικίνδυνη τακτική «άσπρου-μαύρου», παραποιήσεων, αποπροσανατολισμού, «χτυπημάτων κάτω απ’ τη ζώνη» κ.ο.κ. σε ζητήματα με τα οποία, σε μια Δημοκρατία, δεν επιτρέπεται να παίζει κανείς.
Και ιδού μερικά παραδείγματα!
Αλήθεια ποιο ήταν το μείζον στη συζήτηση για τη λίστα Λαγκάρντ; Oι τυχόν ευθύνες πολιτικών προσώπων που την παρέλαβαν, τη μελέτησαν, τη διαχειρίστηκαν και την «ξέχασαν» ή το ποιος τη διέρρευσε σε γνωστό δημοσιογράφο για να δημοσιοποιηθεί; Κι αν δεν είχε δει το φως της δημοσιότητας θα είχε προχωρήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία ή θα συνεχιζόταν η απόκρυψή της; Κι εν τέλει, θα μάθει ποτέ ο ελληνικός λαός ποιοι από τους συμπεριλαμβανόμενους στην περιβόητη λίστα είναι φοροφυγάδες για να καταβάλλουν τα χρεωστούμενα στα κρατικά ταμεία; Και τι θαγίνει με τις υπόλοιπες λίστες όπως της Ζήμενς για τις οποίες η κυβέρνηση σιωπά;
Έως πότε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος θα λειτουργεί ως εκπρόσωπος τύπου της Ν.Δ. συγχέοντας τους ρόλους του, ρίχνοντας χαμηλά το επίπεδο των απαντήσεων ή των τοποθετήσεών του και προκαλώντας με τη στάση του αναλόγου ύφους αντιδράσεις από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μετατρέποντας την πολιτική αντιπαράθεση σε τσακωμούς καφενέδων;
Επιτρέπεται η άσκηση του δημοκρατικού δικαιώματος των εργαζομένων να απεργούν προασπίζοντας τα πληγέντα βαναύσως συμφέροντά τους ή θα επικρέμαται πάνω απ’ το κεφάλι τους η κυβερνητική απειλή της επιστράτευσης; Δηλαδή δεν φτάνει που σε επίπεδο κορυφής συνδικαλιστικού κινήματος (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ-ΔOΕ-OΛΜΕ κλπ) τα δύο από τα τρία συγκυβερνώντα κόμματα (ΝΔ και ΠΑΣOΚ) έχουν τον απόλυτο έλεγχο, θα ακυρωθεί και η δράση των πρωτοβάθμιων σωματείων δια της δικαστικής οδού; Μπορούν να μας πουν οι λαλίστατοι κυβερνητικοί εταίροι με ποιον τρόπο επιτρέπουν στους εργαζόμενους να αγωνίζονται; Ή μήπως τους συστήνουν το κλασικό: «Σκάσε και κολύμπα»;
Όσον αφορά την πρωτοφανή παραποίηση των δηλώσεων του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ με τον προφανή σκοπό να συνδεθεί ένα κοινοβουλευτικό κόμμα και μάλιστα της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τη βία και την τρομοκρατία, τι να πει κανείς πλην του αγιογραφικού «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι»;
Είναι, ως ένα βαθμό, κατανοητή η κυβερνητική αγωνία να περιοριστούν στο ελάχιστο, όσο το δυνατόν, οι αντιδράσεις στην εφαρμοζόμενη πολιτική της μονόπλευρης λιτότητας. Αυτό, όμως, δεν συνιστά λόγο για την άσκηση ενός αντιδημοκρατικού αυταρχισμού και για τη συρρίκνωση των συνταγματικά κατοχυρωμένων ελευθεριών. Η κυβέρνηση οφείλει να αφουγκραστεί και να συμμεριστεί τη δικαιολογημένη οργή και αγανάκτηση των μεσαίων και κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, που φορτώθηκαν τα βάρη μιας κρίσης για την οποία ελάχιστη έχουν ευθύνη. Κι ακόμα θα πρέπει να συνειδητοποιήσει πως σ’ αυτήν την κρίσιμη περίοδο δεν επιτρέπεται η χρήση κι εφαρμογή τέτοιων επικίνδυνων μικροκομματικών παιχνιδιών, τα οποία μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στο δημοκρατικό μας πολίτευμα.

Τέλος, ας αναρωτηθούν οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες: Μπορεί, κάποτε, με την απάνθρωπη πολιτική τους να καταφέρουν να σώσουν την ελληνική οικονομία. Θα υπάρχουν, όμως, Έλληνες για να το χαρούν;

  • Κατηγορία: ΑΡΘΡΑ
  • Ετικέτες:

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παρακαλώ, απαντήστε στο ερώτημα *