Η καρακάξα κι εγώ

13 Νοεμβρίου 2019  /   Χωρίς Σχόλια

Του ΝΙΚΟΛΑΟΥ Η. ΣΚΑΝΤΖΟΥ

Η μικρή ιστορία που θα σας διηγηθώ, συνέβη στο Κοκάνι.
Το Κοκάνι είναι ένας μικρός Συνοικισμός της ορεινής Κυνουρίας και αποτελείται από 15 καλύβια παλαιών γεωργοκτηνοτρόφων, που σήμερα τα περισσότερα είναι ακατοίκητα, μισογκρεμισμένα και ετοιμόρροπα.
Οι παλαιοί κάτοικοι έχουν φύγει για το μεγάλο χωρίς επιστροφή ταξίδι, εμείς δε οι απόγονοί τους τα εγκαταλείψαμε στην φθορά του χρόνου και κατεβήκαμε στα χειμαδιά για να αναζητήσουμε μιά καλύτερη ζωή, για την οποία δεν είμαι σίγουρος ότι την πετύχαμε.
Είχα φύγει πολλά χρόνια από το Κοκάνι και ζούσα στην πολύβουη Αθήνα, αλλά ο νους μου συχνά πυκνά ταξίδευε στο μικρό Κοκάνι και στο φτωχικό πατρικό μου σπιτάκι, που στέκει ακόμα όρθιο, εκεί όπου γεννήθηκα και πρωτοαντίκρισα τον ήλιο.
Οι παιδικές μνήμες των ανθρώπων είναι τόσο ανεξίτηλα χαραγμένες στο σκληρό δίσκο του κεφαλιού τους, γι’ αυτό και δεν τις ξεχνάμε ποτέ όσο ζούμε.
Παιδί του Κοκανιού λοιπόν εγώ, ένοιωθα πάντα το μικρό Κοκάνι να μου γνέφει νοητά και να μου λέει: «έλα να με δεις».
Όταν επισκεπτόμουν αραιά και που την περιοχή, ένοιωθα τόσο έντονη την έλξη, που ήταν αδύνατον να μην επισκεφτώ τον αγαπημένο μου τόπο.
Αν δε η εποχή που πήγαινα ήταν η Άνοιξη, τότε καθόμουν σε ένα ξάγναντο, αγνάντευα τη γύρω πανέμορφη φύση, αλλά και τον πεντάμορφο Πάρνωνα που η κορμοστασιά του υψωνόταν χιονισμένη στο βάθος του ορίζοντα.
Αυτές τις μαγικές στιγμές έπιανα τον εαυτό μου να αναστενάζει και να μονολογεί: «Θεέ μου τα μεγαλεία σου!»
Η συνάντηση με την Καρακάξα όμως έγινε καλοκαίρι, Αύγουστο μήνα θαρρώ και έγινε στην αυλή του καλυβιού.
Είχα ανοίξει την πόρτα νωρίτερα, είχα μπει μέσα, δύο δωματιάκια όλα κι όλα, κάθησα λίγο και αναλογιζόμουν οικογενειακές στιγμές από το μακρινό παρελθόν, με τους γονείς και τα αδέλφια μου, που όμως μου φαινόταν ότι είχαν συμβεί σαν χθες!
Κάποια στιγμή βγήκα έξω, κλείδωσα πίσω μου την πόρτα, έκοψα ένα σύκο από τη συκιά που την είχε φυτέψει ο πατέρας μου τα παλιά τα χρόνια και ετοιμαζόμουν να φύγω, αλλά κοιτώντας μπροστά είδα τον Πάρνωνα.
Ε! είπα μέσα μου, ας καθίσω λίγο στο πεζούλι της πόρτας να τον αγναντέψω και να τον καμαρώσω από μακρυά, και ύστερα φεύγω.
Άναψα ένα τσιγάρο και αγνάντευα.
Γύρω μου ερημιά!
Δεν άκουγα ούτε πουλιού φωνή!
Σε έναν τόπο που όταν ήμουν μικρός ήταν πλημμυρισμένος από ανθρώπους, παιδικές φωνές, κουδούνια και βελάσματα από τα γιδοπρόβατα, μουγκανητά από τα γαϊδουρομούλαρα, των σκύλων τα γαυγίσματα, τα κακαρίσματα από κοκόρους και τις κότες, ακόμη και τη φωνή του Κούκου που τον ρωτάγαμε τότε τα παιδιά: «Κούκε- Κούκε, πόσα χρόνια θα ζήσω;» αυτός κουκούριζε, κι εμείς μετράγαμε τα κουκουρίσματα, που τάχα ήταν τα χρόνια που θα ζούσαμε.
Αυτά σκεπτόμουν με νοσταλγία, όταν εκεί που καθόμουν, άκουσα ένα φτερούγισμα πουλιού και αμέσως μετά είδα την Καρακάξα να προσγειώνεται πάνω στη συκιά.
Παρ’ όλο που ήμασταν πολύ κοντά δεν με είδε, ίσως επειδή έστεκα ακίνητος, αλλά και επειδή έψαχνε μέσα στην α-γκαλιά της συκιάς να βρει ώριμο σύκο για να φάει.
Κάποια στιγμή, πετώντας από κλαδί σε κλαδί, εντόπισε το γινωμένο σύκο, και τότε έσκυψε και έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ.
Την παρακολουθούσα ακίνητος και με έντονη την περιέργεια να δώ πότε θα με δει.
Όμως αυτή ήταν προσηλωμένη στο πεντάγλυκο σύκο και το απολάμβανε, χωρίς να κοιτάζει καθόλου γύρω της.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσα το τσιγάρο στο χέρι, αλλά το χέρι το είχα ακίνητο, περιμένοντας έτσι, να δω αν και πότε τελικά, θα με έβλεπε η Καρακάξα.
Αφού περίμενα λίγο, μετά αποφάσισα να φέρω το τσιγάρο στο στόμα και τράβηξα μιά ρουφηξιά.
Με την κίνηση που έκανα, με είδε.
Εγώ όμως ξαναστάθηκα ακίνητος και η Καρακάξα επειδή δεν ήταν σίγουρη αν δίπλα της ήταν κάποιος ζωντανός άνθρωπος, ή κάτι άλλο, γι’ αυτό και παράτησε το σύκο, πέταξε σε κοντινότερο από εμένα κλαδί και με κοίταζε επίμονα.
Εγώ εν τω μεταξύ άγαλμα!
Προσπαθούσα να κρατήσω ακόμη και τα μάτια μου ανοικτά, να μην τα κλείσω, για να μην καταλάβει ότι ήμουν ζωντανό πλάσμα.
Όμως αυτό δεν γίνεται και έτσι στο ανοιγόκλειμα των ματιών κατάλαβε ότι ίσως ήμουν κάτι ζωντανό, αλλά δεν ήταν και σίγουρη.
Οπότε τι έκανε; Πλησίασε ακόμη περισσότερο, ήρθε σε κοντινότερο κλαδί, περίπου στα δύο μέτρα και άρχισε να με κοιτάζει επίμονα μέσα στα μάτια.
Όταν είδε ότι ανοιγόκλεισα ξανά τα μάτια μου, ε! τότε πλέον βεβαιώθηκε ότι δίπλα της ήταν ένας ζωντανός άνθρωπος.
Αλλά αντί να φύγει όπως θα περίμενε κάποιος, αυτή αντίθετα ήρθε ακόμη πιο κοντά και με φοβέρισε!
Ναι, με φοβέρισε!
Ένα τόσο δα πουλί φοβέρισε έναν άνθρωπο που ήταν εκατό φορές μεγαλύτερος!
Απίστευτο και όμως αληθινό!
Έβγαλε μία δυνατή και τσιριχτή φωνή και μετά δεύτερη και τρίτη, λες και ήταν άνθρωπος, που έκανε σαν να μού έλεγε: τι θέλεις εσύ εδώ; σήκω και φύγε τώρα!
Εγώ για να της δείξω ότι δεν φοβάμαι, σήκωσα το χέρι και έβαλα ξανά το τσιγάρο στο στόμα, υποθέτοντας ότι έτσι πια θα έφευγε.
Αμ δε!
Σηκώθηκαν τα πούπουλα του λαιμού της και του κεφαλιού, πήρε στάση σαν ήθελε να μου επιτεθεί, έβγαζε ακόμα πιό άγριες φωνές, και φαινόταν καθαρά ότι περίμενε πως έτσι θα φοβόμουν και θα αναγκαζόμουν να φύγω.
Ομολογώ ότι νευρίασα.
Μα θα μου έλεγε κάποιος…»νευρίασες με το πουλί;»
Και όμως, με νευρίασε αυτό το πουλί γιατί με «έδιωχνε» από το πατρικό μου σπίτι.
Νευριασμένος λοιπόν με το πουλί την Καρακάξα, σηκώθηκα απότομα από τη θέση μου, σήκωσα μαζί και τα χέρια μου ψηλά για να με δει ακόμα πιό ψηλότερο, ακόμα πιό θεριό, μήπως επιτέλους φοβηθεί και φύγει!
Και τότε έφυγε!
Αλλά μπορώ να πω, (από τον τρόπο που έφυγε), δεν έφυγε τρομαγμένη, αλλά έφυγε σαν να έδινε τόπο στην… οργή!
Ξανακάθησα στο πεζούλι της πόρτας και σκεπτόμουν αυτό που βίωσα με την Καρακάξα.
Σκέφτηκα για λίγο και κατέληξα σε συμπεράσματα που ούτε κάν τα είχα φανταστεί!
Ποια ήταν αυτά;
Πρώτον: δεν έπρεπε να θυμώσω μαζί της ούτε και να τη διώξω.
Δεύτερον: η Καρακάξα είχε δίκιο!
Η Καρακάξα ήταν ο ιδιοκτήτης της περιοχής κι εγώ ένας απλός περαστικός.
Η Καρακάξα ήταν εκεί όλο το χρόνο για πολλά χρόνια, την άνοιξη και τον χειμώνα περνώντας τα μέσα στα χιόνια, και το καλοκαίρι και το φθινόπωρο με τα γλυκά της κούμαρα και τα πεντανόστιμασύκα της… συκιάς ΤΗΣ.
Ναι! της Καρακάξας ήταν η συκιά, αφού αυτή έτρωγε και τα απολάμβανε κάθε καλοκαίρι, χωρίς να την ενοχλεί κανείς, για πολλά πολλά χρόνια.
Να το πούμε αυτό χρησικτησία;
Νομικά πάντως, μεταξύ ανθρώπων στέκει, αφού για πολλά χρόνια δεν είχε κανείς διεκδικήσει την ιδιοκτησία της συκιάς.
Εγώ ποιός ήμουν;
Μπορεί να είχα γεννηθεί εκεί, αλλά εγκατέλειψα τον τόπο.
Μπορεί να πήγαινα πού και πού, αλλά ήμουν ένας απλός επισκέπτης!
Ένας επισκέπτης, που μάλιστα η Καρακάξα, δεν είχε τύχει να τον συναντήσει ποτέ της.
Για την Καρακάξα εγώ ο άνθρωπος, ήμουν ανύπαρκτος γι’ αυτό και δικαιολογημένα μου φέρθηκε σαν να ήμουν ένας εισβολέας, ένας παράνομος που μπήκε απρόσκλητος στο σπίτι της.
Η Καρακάξα κι εγώ λοιπόν!
Η Καρακάξα ένα πουλί, κι εγώ ένας άνθρωπος.
Κι όμως αυτό το ταπεινό πουλί, δίδαξε τον άνθρωπο.
Με δίδαξε ότι η ιδιοκτησία της περιουσίας του ανθρώπου, δεν αποδεικνύεται με τα συμβόλαια που έχει στα μπαούλα του, αλλά με τη… ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ!!

Νικόλαος Η. Σκαντζός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παρακαλώ, απαντήστε στο ερώτημα *