Π. Λιαργκόβας: Οικονομικές προκλήσεις στο μετα-μνημονιακό τοπίο

13 Ιουλίου 2018  /   Χωρίς Σχόλια

Με την προβολή οπτικοακουστικού υλικού από το ντοκιμαντέρ «100 χρόνια Ιστορίας της ΓΣΕΕ» του δημοσιογράφου Χρήστου Βασιλόπουλου και με δύο συναυλίες στην Πλατεία Άρεως ολοκληρώθηκε χθες στην Τρίπολη η Παμπελοποννησιακή συνδιάσκεψη για την 100ή επέτειο της ΓΣΕΕ, που ξεκίνησε τις εργασίες της το πρωί στο Αποστολοπούλειο Πνευματικό Κέντρο Τρίπολης.
Παρά το οργανωμένο πρόγραμμα και τους αξιόλογους εισηγητές που έλαβαν μέρος, πενιχρό ήταν το ακροατήριο στην εκδήλωση, κυρίως άνθρωποι της δημοσιοϋπαλληλίας, πολιτευόμενοι και δημόσιοι λειτουργοί.
Στο πλαίσιο του προγράμματος ενδιαφέρουσα προσέγγιση στις «Οικονομικές προκλήσεις στο μεταμνημονιακό τοπίο» κατέθεσε ο Αρκάς Καθηγητής Οικονομικών, Παναγιώτης Λιαργκόβας, την οποία και δημοσιεύουμε συτούσια.

Οικονομικές προκλήσεις στο μετα-μνημονιακό τοπίο
Ομιλία του Καθηγητή Πενεπιστημίου Πελοποννήσου (Κέντρο Αριστείας JEAN MONNET), Παναγιώτη Λιαργκόβα, στην Πελοποννησιακή Συνδιάσκεψη για την 100η επέτειο της ΓΣΕΕ, στο Αποστολοπούλειο Πνευματικό Κέντρο

Τρίπολη, 11/07/2018

Κυρίες και κύριοι,

Τον άλλο μήνα η χώρα θα εξέρχεται από το τρίτο μνημόνιο. Για την ακρίβεια, η χώρα θα εξέρχεται αργοπορημένη, ταλαιπωρημένη και εξουθενωμένη από τα πέτρινα χρόνια της 10ετούς κρίσης. Η ελπίδα θα είναι να γυρίσει σελίδα και να χτίσει ένα καλύτερο οικοδόμημα με στιβαρά υλικά, ένα οικοδόμημα που θα αντέχει στους μελλοντικούς κλυδωνισμούς.
Όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Υπάρχουν ακόμη αρκετές πληγές που δεν έχουν επουλωθεί, ενώ νέα σύννεφα μαζεύονται στον ορίζοντα.
Η ανεργία μπορεί να υποχωρεί αλλά εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλή, τα δε ποιοτικά της στοιχεία (π.χ. ανεργία των νέων, μακροχρόνια ανεργία) προβληματίζουν. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η εικόνα έχει ως εξής: Τον Φεβρουάριο του 2017 οι απασχολούμενοι ήταν 3.735.098 άτομα και οι άνεργοι 978.072 άτομα. Συνεπώς, εάν αθροίσουμε στον αριθμό των ανέργων και τα 2.650.000 συνταξιούχους τότε στη χώρα μας ο συνολικός αριθμός ανέργων και συνταξιούχων ανέρχεται σε 3,6 εκατ. άτομα και οι απασχολούμενοι σε 3,7 εκατ. άτομα. Η αναλογία αυτή συνιστά από μόνη της σοβαρή αιτία σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας, με δεδομένο ότι τα αποθεματικά του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης δεν υπερβαίνουν τα 6 δισ. ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα διεθνή στάνταρντ που ισχύουν στις αναπτυγμένες χώρες της Ευρωζώνης, η αναλογία που «εξασφαλίζει» οριακή βιωσιμότητα στο σύστημα είναι 3 εργαζόμενοι προς 1 συνταξιούχο. Για να συμβεί κάτι τέτοιο, η Ελλάδα πρέπει μέσα στα επόμενα, όχι πολλά, χρόνια να αυξήσει τον αριθμό των εργαζομένων τουλάχιστον στα 6.000.000 άτομα και ταυτόχρονα ο αριθμός των συνταξιούχων να μειωθεί στα 2.000.000 άτομα! Υπό τις παρούσες συνθήκες κάτι τέτοιο φαντάζει ως… άπιαστο, καθώς ακόμη και αν έβρισκαν δουλειά αύριο το πρωί το 1.000.000 άνεργοι, το σύνολο των απασχολουμένων θα ανερχόταν το πολύ στα 4.800.000 άτομα! Η εξαιρετικά δραματική σχέση εργαζομένων προς συνταξιούχους οδηγεί σε αύξηση του εργάσιμου βίου προς τα 70 έτη, με παράλληλη αύξηση εισφορών και μείωση συντάξεων, ενώ θα απαιτηθούν και προσαρμογές στο βάθος των επόμενων 20-30 ετών, ώστε το σύστημα να προσαρμοστεί και στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής!
Επιπλέον, περίπου ένας στους τρεις αμείβεται με μισθό χαμηλότερο του επιδόματος ανεργίας. Σταθερά άνω του 50% είναι οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης με μισθούς έως 510 ευρώ τα τελευταία χρόνια. (στοιχεία ΕΡΓΑΝΗ από 1/2014). Το brain drain έχει φτάσει τους 500.000 και δεν έχει σταματήσει.

Κυρίες και κύριοι
Οι ρυθμοί ανάπτυξης που έχουν υιοθετηθεί για τη χώρα, δηλαδή της τάξεως 1-2% δεν είναι ικανοποιητικοί. Η χώρα λειτουργεί στο ρελαντί. Σερνόμαστε στον πάτο και περιμένουμε μήπως γίνει κάποιο θαύμα απ’ έξω. Μήπως έρθει κάποιος επενδυτής και βάλει τα χρήματά του εδώ… μήπως έρθει κάποιος και μας διαγράψει το χρέος… Το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι εχθρικό και οι μεταρρυθμίσεις δεν αποδίδουν.
Η εμπιστοσύνη δεν έχει αποκατασταθεί ακόμη στο εσωτερικό της χώρας. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι οι καταθέσεις εξακολουθούν να είναι το 2018 23% λιγότερες σε σχέση με τις αρχές του 2015; Ή να παραμένουν κάτω των 130 δισ. σταθερά τα τελευταία 3 χρόνια; Σε σχέση με το 2014 υπολειπόμαστε κατά τουλάχιστον 35 δισ., αν και σε αυτό πρέπει να λάβουμε υπόψη και τα φορολογικά αντικίνητρα για την επιστροφή των καταθέσεων, τουλάχιστον για τα μεγάλα ποσά, αλλά και τα capital controls που εξακολουθούν να είναι σε ισχύ, με άγνωστο τελικά το χρόνο πλήρους άρσης τους. Φαίνεται δηλαδή καθαρά ότι οι καταθέτες δεν εμπιστεύονται ακόμα τα εγχώρια ιδρύματα για τις οικονομίες τους.
Αυτό αποτυπώνεται χαρακτηριστικά από τον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης, που δεν ακολουθεί την ανοδική τάση του δείκτη οικονομικού κλίματος, παραμένοντας ιδιαίτερα αρνητικός και σταθερά πολύ χαμηλότερα από τον αντίστοιχο στη ζώνη του Ευρώ. Οι Έλληνες είναι οι πιο απαισιόδοξοι Ευρωπαίοι και προφανώς αυτό οφείλεται στην τεράστια φορολογική αφαίμαξη που υφίστανται τα τελευταία 3 χρόνια, αφού κύριο χαρακτηριστικό των μνημονίων ήταν η φοροκεντρική λιτότητα.

Η υψηλή φορολογία φαίνεται να έχει τη βασική ευθύνη (μαζί με τη γραφειοκρατία και τη μεταβλητότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής) για την χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του World Economic forum, το 2017 η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας καταποντίζεται από το 2014 και μετά. Ενώ από το 2012 μέχρι το 2014 ανέβαινε συνεχώς, από το 2015 μέχρι σήμερα πέφτει συνεχώς. Δηλαδή το 2014 η χώρα βρισκόταν στο καλύτερο 56% των χωρών, ενώ το 2017 υποχώρησε στο 64%. Αυτή η υποχώρηση είναι προβληματική δεδομένου ότι η χώρα έχει ανάγκη από επενδύσεις και επίσης οι προβλέψεις του ΥΠΟΙΚ των επομένων ετών βασίζονται σε σημαντική αύξηση των επενδύσεων. Σημειώνουμε ότι διαχρονικά οι προϋπολογισμοί υπερεκτιμούσαν τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να προσελκύσει επενδύσεις. Ενδεικτική εξάλλου είναι και η τρομακτική καθυστέρηση με πλήρως απρόβλεπτες εξελίξεις στο έργο της ανάπλασης του Ελληνικού.

Τέλος, ένα πρόβλημα που δεν υπήρχε στο παρελθόν ήρθε να επισκιάσει το παρόν. Μπορεί η προσοχή να πέφτει στη διευθέτηση του δημοσίου χρέους, αλλά και το ιδιωτικό είναι πολύ υψηλό και αυξάνεται περαιτέρω. Στο ιδιωτικό χρέος περιλαμβάνεται κυρίως το χρέος προς εφορίες, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και ΔΕΚΟ. Προς τις εφορίες συγκεκριμένα ξεπερνά πλέον τα 100 δισ. ως άθροισμα παλιού και νέου χρέους. Μεγάλο μέρος αυτού είναι προφανώς ανεπίδεκτο εισπράξεως. Αυτό εγείρει σημαντικές αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα των πολιτών να ανταποκρίνονται για πολύ ακόμα στις φορολογικές τους υποχρεώσεις προκειμένου να επιτυγχάνονται αυτά τα τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα.

Μετά το 2020, λόγω της μαζικής συνταξιοδότησης αλλά και της γήρανσης του πληθυσμού, θα υπάρχει δραματική αύξηση των συνταξιούχων. Σύμφωνα με την πρόσφατη μελέτη της Eurostat, η Ελλάδα είναι η δεύτερη πιο γερασμένη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς στους 3 Έλληνες που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία, το 2017 αντιστοιχούσε ένας ηλικιωμένος άνω των 65 ετών. Ο δείκτης γονιμότητας διαμορφώνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, μόλις στο 1 παιδί. Αρκεί να σημειωθεί ότι η διατήρηση του ελληνικού πληθυσμού στα σημερινά επίπεδα μετά από 30-40 χρόνια απαιτεί δείκτη πάνω από 2 παιδιά!

Το ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι τι μπορούμε να κάνουμε ώστε η χώρα να μπορέσει να πάει μπροστά;

Όσο η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, ή σε αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, κανένα πρόβλημα δεν θα είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί χωρίς να επιβαρύνει κάποιο άλλο. Η μόνη διέξοδος έγκειται στη δημιουργία προϋποθέσεων οικονομικής ανάπτυξης και απασχόλησης. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσουμε τη δημοσιονομική σταθερότητα όχι όμως με την επίτευξη των «θηριωδών» πρωτογενών πλεονασμάτων για τα οποία έχει δεσμευτεί η τρέχουσα κυβέρνηση απέναντι στους πιστωτές. Ούτε με τον τρόπο που αυτά επιτυγχάνονται, μέσω μιας καταστροφικής, για την πραγματική οικονομία και την ανάπτυξη, φοροκεντρικής λιτότητας. Σημαίνει επίσης ότι πρέπει να δώσουμε κίνητρα και όραμα σε όλους όσους λειτουργούν στην οικονομία μας. Στους νέους να παραμείνουν στη χώρα γιατί υπάρχουν δουλειές, στους επιχειρηματίες να επενδύσουν γιατί δεν θα πληρώνουν τεράστιες ασφαλιστικές κρατήσεις και έχουν απέναντί τους μια αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και δικαιοσύνη. Στους εργαζόμενους γιατί θα αξίζει να δουλεύουν περισσότερες ώρες καθώς ανταμείβονται και θα αναγνωρίζεται το έργο τους. Στους ερευνητές να καινοτομήσουν γιατί η πολιτεία θα τους ανταμείψει ηθικά και οικονομικά. Με λίγα λόγια, όλοι θα έχουμε κίνητρο να αυξήσουμε την παραγωγή μας. Η πίτα, το συνολικό προϊόν θα μεγαλώσει, όχι 1 και 2% αλλά 4 και 5%. Το αυξημένο προϊόν θα βγάλει πρωτογενή πλεονάσματα, θα πληρώσει τοκοχρεολύσια, θα χρηματοδοτήσει τον ΕΦΚΑ και θα επουλώσει τα κοινωνικά τραύματα (φτώχεια, ανεργία αποκλεισμός) που άφησαν τα μνημόνια. Όλες οι άλλες λύσεις απλά θα μοιράζουν μιζέρια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παρακαλώ, απαντήστε στο ερώτημα *