Λαμπρός εορτασμός της 195ης Επετείου της Β’ εν Άστρει Εθνοσυνελεύσεως

14 Απριλίου 2018  /   Χωρίς Σχόλια

ΑΣΤΡΟΣ-Β ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗΜε λαμπρότητα εορτάστηκε κι εφέτος η 195η Επέτειος της «Β’ εν Άστρει Εθνικής Συνέλευσης των Ελλήνων», ένα ιστορικό γεγονός, σταθμός στη δημιουργία του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους.
Οι εορταστικές εκδηλώσεις κορυφώθηκαν χθες στο Άστρος, έδρα του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας, με την τέλεση Επίσημης Δοξολογίας στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου, χοροστατούντος του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη Μαντινείας και Κυνουρίας κ.κ. Αλεξάνδρου. Στη συνέχεια, συγκέντρωση στο χώρο της Εθνοσυνέλευσης, όπου ετελέστη επιμνημόσυνη δέηση, κατάθεση στεφάνων και τήρηση ενός λεπτού σιγής.
Τον πανηγυρικό της ημέρας εκφώνησε ο Κυνουριάτης πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Δημήτριος Βερβεσός, αναφερόμενος στον καθοριστικό ρόλο του Συντάγματος του Άστρους στη συγκρότηση του νεοελληνικού Κράτους και στην εμπέδωση δημοκρατικού πολιτεύματος. Εμβριθής συγκριτική μελέτη του διακεκριμένου νομικού, την οποία και παραθέτουμε στη συνέχεια.
Οι εορταστικές εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν με την ανάκρουση του Εθνικού μας Ύμνου από τη Φιλαρμονική και τη Χορωδία του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας και την καθιερωμένη παρέλαση των μαθητών των σχολείων και των πολιτιστικών συλλόγων.
• Σήμερα το βράδυ (14/4), επίσης, στην Κεντρική Πλατεία του Άστρους θα λάβει χώρα Φεστιβάλ παραδοσιακών χορών, όπου θα συμμετάσχουν οι πολιτιστικοί σύλλογοι της περιοχής.

ΒΕΡΒΕΣΟΣ ΔΤο Σύνταγμα του Άστρους (1823). Η διαχρονική σημασία ενός κομβικού κειμένου που λησμονείται.
Oμιλία του προέδρου του ΔΣΑ, κ. Δημήτρη Βερβεσού

1. Η ελληνική επανάσταση: έργον ελευθερίας & έργον ελληνικόν

«Επί το μέγα ερείπιον / η Ελευθερία ολόρθη». Σε δυο μόλις στίχους ο Κάλβος αποδίδει το μεγαλούργημα του εξεγερθέντος ελληνικού έθνους κατά της οθωμανικής τυραννίας. Έργον ελευθερίας και έργον ελληνικόν.
Η ελευθερία κατακτάται με τα όπλα επαναστατικώς, διαφυλάττεται όμως και παραδίδεται στις επόμενες γενεές όταν καθίσταται δίκαιο. Υπ’ αυτή την έννοια ο Αρ. Μάνεσης αποκαλεί, προσφυώς, το συνταγματικό δίκαιο «τεχνική της πολιτικής ελευθερίας».

2. Ένα αδικημένο Σύνταγμα

Για τους περισσότερους συνταγματολόγους και ιστορικούς του δικαίου η Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823) είναι -με τα λόγια του ποιητή- «μια λέξη… χαμένη στου μυαλού τα αυλάκια». Είναι χαρακτηριστικό ότι ο γνωστός για την ιδιαίτερη καλλιέργεια της συνταγματικής ιστορίας, δάσκαλος μου στο Πανεπιστήμιο, Καθηγητής Αντώνης Παντελής αφιερώνει στην Β’ εθνοσυνέλευση και το Σύνταγμα του Άστρους μόλις μια σελίδα στο opus magnum του, το Συνταγματικό του Δίκαιο. Αντίστοιχη έκταση αφιερώνει στο σύγγραμμά του ο Σπύρος Τρωιάνος, ο μεγάλος δάσκαλος της ιστορίας του δικαίου.
Δεν είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς τους λόγους για τους οποίους η ιστορική και νομική έρευνα φαίνεται να λησμονούν το έργο και την προσφορά της Β’ Εθνοσυνέλευσης. Το Σύνταγμα του Άστρους «συνθλίβεται» ιστορικά ανάμεσα στο Σύνταγμα της Επιδαύρου που, αν και κόλουρο ως προς το ουσιαστικό του περιεχόμενο, συμβολίζει -ως το πρώτο επαναστατικό Σύνταγμα – την εθνική παλιγγενεσία, και το Σύνταγμα της Τροιζήνας, που είναι αναμφίβολα το θεσμικά αρτιότερο και ωριμότερο επαναστατικό Σύνταγμα. Στην υποβάθμιση του Συντάγματος του Άστρους στη συνείδηση των νομικών συμβάλλει το γεγονός ότι συνιστά εν πολλοίς αναθεώρηση του Συντάγματος της Επιδαύρου και όχι νέο συνταγματικό κείμενο. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, τιτλοφορείται «Νόμος της Επιδαύρου» (και όχι του Άστρους). Στη συνείδηση δε, των ιστορικών, η επακολουθήσασα αιματηρή, αδελφοκτόνος εμφύλια διαμάχη επισκιάζει το νεοπαγές Σύνταγμα, που εφαρμόστηκε ελάχιστα στην πράξη.

ΑΣΤΡΟΣ-Β ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ13. Η επιβεβλημένη ιστορική δικαίωση

Μολαταύτα, θεωρώ ότι το Σύνταγμα του Άστρους έχει ιστορικά αδικηθεί. Όχι διότι εκπονήθηκε στην γενέθλια γη, στον άγιο τούτο τόπο, με τον οποίο με συνδέουν δεσμοί, προσωπικοί και οικογενειακοί. Έχει αδικηθεί κυρίως διότι το Σύνταγμα του Άστρους εμπεριέχει τις συνταγματικές σταθερές, που αποτελούν σημεία αναφοράς των Ελληνικών Συνταγμάτων μέχρι τις μέρες μας.

Θα επιδιώξω σήμερα, στο μέτρο των δυνάμεων μου, να καταδείξω την ιστορική σημασία του συνταγματικού κειμένου της Β’ Εθνοσυνέλευσης για τη συνταγματική μας παράδοση. Να αναδείξω κομβικά του σημεία, που συγκροτούν ουσιώδες κεκτημένο, όχι μόνο για το πνεύμα της Επανάστασης, αλλά και για την συνταγματική ιστορία των νεότερων χρόνων. Και τέλος, να σας καλέσω να αναλογιστούμε από κοινού τη σημασία που θα μπορούσε να έχει η συμβολή εκείνη των προγόνων μας για την ορθή ανάγνωση και την κατάλληλη διαμόρφωση της πραγματικότητας που βιώνουμε σήμερα. Σκοπός μου είναι, να αντιληφθούμε την διαχρονικότητα και επικαιρότητα ενός κειμένου, που είναι -κατά την θουκυδίδεια ρήση- κτήμα ες αεί.

4. Οι θεσμικές καινοτομίες του Συντάγματος του Άστρους

4.1. Η υπερνομοθετική του ισχύς

Η κορωνίδα του συνταγματικού κειμένου -εξ επόψεως κανονιστικής- βρίσκεται στις ακροτελεύτιες διατάξεις, όπου για πρώτη φορά εξαγγέλλεται πανηγυρικά ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος, δηλαδή η υπερνομοθετική του ισχύς. Κατά την διατύπωση που υιοθετήθηκε «επ’ ουδεμιά προφάσει και περιστάσει δύναται η Διοίκησις να νομοθετήσει εναντίως εις το παρόν Πολίτευμα». Ο αυστηρός χαρακτήρας του Συντάγματος -που σήμερα συνέχεται με τον διάχυτο, παρεμπίπτοντα και συγκεκριμένο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια-, αντανακλάται στην αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος κατά την οποία τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Η προσθήκη του συντακτικού νομοθέτη του 1823 «επ’ ουδεμιά προφάσει και περιστάσει» θα έμοιαζε σήμερα πλεοναστική, εάν ο έλεγχος της συνταγματικότητας των μνημονιακών ιδίως ρυθμίσεων από τα δικαστήρια, δεν επικαιροποιούσε την συζήτηση για την υπέρτατη ανάγκη της σωτηρίας της πατρίδος, και την κάμψη ή την σχετικοποίηση των συνταγματικών ρυθμίσεων, με την επίκληση του δημοσίου συμφέροντος. Τα ερωτήματα αποκτούν δραματική επικαιρότητα:
– Η αρχή salus patriae suprema lex , γνωστή από τους ρωμαϊκούς χρόνους, έχει έδαφος εφαρμογής υπό καθεστώς συνταγματικής νομιμότητας;
– Το απλό ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου ισούται με το δημόσιο συμφέρον;
– Η δημοσιονομική εξυγίανση δικαιολογεί την περιστολή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα;

Ο σύγχρονος συνταγματικός νομοθέτης εναποθέτει, μοιραία, στον δικαστή την στάθμιση των διακυβευομένων και συγκρουομένων αγαθών.
Ο συντακτικός νομοθέτης του 1823, όμως, φαίνεται να παίρνει σαφή θέση, που περιέχει ξεκάθαρη υπόδειξη στον δικαστή. Καμία πρόφαση και καμία περίσταση δεν δικαιολογεί τον περιορισμό των συνταγματικών εγγυήσεων. Πίσω από μια τέτοια διατύπωση εντοπίζεται η πεμπτουσία του κράτους δικαίου: το δημόσιο συμφέρον, το δημοσιονομικό συμφέρον, ακόμη και η σωτηρία της πατρίδος, δεν αντιμετωπίζονται με όρους εξωνομικούς, και άρα υποκειμενικούς και αυθαίρετους, αλλά αποκλειστικά και μόνον με όρους δικαίου, όπως αποτυπώνονται πρωτίστως στον υπέρτατο νόμο, το Σύνταγμα. Τολμώ να πω ότι πολλές από τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας των τελευταίων ετών θα είχαν -πιθανώς- διαφορετικό περιεχόμενο εάν το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο ενέσκηπτε περισσότερο στο ιστορικό βάρος της σχετικής διάταξης με αφετηρία την, αποκαλυπτική του αληθινού της νοήματος, διατύπωση του Συντάγματος του Άστρους.

4.2. Επαρκής κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων

Η δεύτερη μείζων θεσμική καινοτομία του συνταγματικού πονήματος της Β’ Εθνοσυνέλευσης είναι η κατοχύρωση, με θεσμική πληρότητα και επάρκεια, των ατομικών δικαιωμάτων υπέρ όλων των Ελλήνων πολιτών. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου που προηγήθηκε, κατοχύρωνε ιδίως την αρχή της ισότητας, για την οποία περιελάβανε τέσσερις διατάξεις, ενώ ακροθιγώς μόνο έκανε αναφορά σε άλλα ατομικά δικαιώματα.
Το Σύνταγμα του Άστρους διευρύνει τον κατάλογο των προστατευόμενων θεμελιωδών δικαιωμάτων. Παρότι ονομάζει τα δικαιώματα αυτά «πολιτικά», αναφέρεται πρωτίστως στην κατοχύρωση μιας απαραβίαστης προσωπικής σφαίρας ελευθερίας έναντι του κράτους, δηλαδή σε ένα πλέγμα δικαιωμάτων του που αποτελούν -κατά την κλασική διατύπωση του Jellinek- status negativus. Ήτοι, αξιώσεις ελευθερίας του ατόμου έναντι του κράτους.
Τα ατομικά δικαιώματα προτάσσονται του οργανωτικού μέρους του Συντάγματος, δομή που υιοθετούν όλα τα ελληνικά Συντάγματα έκτοτε, συμπεριλαμβανομένου του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, όπως αναθεωρήθηκε το 1986, το 2001 και το 2008.
Το Σύνταγμα του 1823 προστατεύει την ιδιοκτησία, την τιμή και την ασφάλεια «εκάστου Έλληνος και παντός ανθρώπου εντός της επικράτειας ευρισκομένου» επεκτείνει δηλαδή, κατά τρόπο πρωτότυπο για την εποχή, τις συνταγματικές εγγυήσεις των βασικών αγαθών και πέραν των Ελλήνων σε κάθε πρόσωπο συμπεριλαμβανομένων των αλλοδαπών, που βρίσκονται εντός της ελληνικής επικράτειας. Η προσωπική ασφάλεια εξειδικεύεται με ποινικοδικονομικές διατάξεις συνταγματικής περιωπής, που προβλέπουν ότι κανείς δεν δύναται να μένει στην φυλακή περισσότερο από 24 ώρες χωρίς να πληροφορηθεί επισήμως τις αιτίες της φυλάκισης του, ούτε περισσότερο από τρεις μέρες χωρίς να αρχίσει η διαδικασία (=δίκη) του. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθερία του τύπου. Απαγορεύει την δουλεία. Καταργεί τα βασανιστήρια και την ποινή της δήμευσης. Προβλέπει το δικαίωμα αναφοράς στις αρχές. Πρόκειται για δικαιώματα μείζονος σημασίας, που διατηρούν τη σημασία και την εμβέλειά τους ακόμη και σήμερα.

4.3 Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη

Η τρίτη θεσμική καινοτομία του Συντάγματος του Άστρους αφορά τις διατάξεις για την Δικαιοσύνη. Κατοχυρώνεται η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης έναντι της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, καθώς και το δικαίωμα στον φυσικό δικαστή (: το ανήκον κριτήριον).

4.4. Ο κανονιστικός πυρήνας του κράτους δικαίου

Οι τρεις παραπάνω θεσμικές καινοτομίες συγκροτούν τον ελάχιστο κανονιστικό πυρήνα του σύγχρονου κράτους δικαίου :
– Ατομικά δικαιώματα που περιορίζουν την παντοδυναμία της πλειοψηφίας και αποτρέπουν την τυραννική επιβολή της τελευταίας –
– Υπερνομοθετική ισχύς των ως άνω ατομικών δικαιωμάτων, προκειμένου αυτά να εμπραγματώνονται, και να μην περιορίζονται σε λεκτική διακήρυξη χωρίς αντίκρισμα –
– Δικαστικός έλεγχος του σεβασμού και των τυχόν παραβιάσεων των παραπάνω θεμελιωδών δικαιωμάτων από την ανεξάρτητη δικαιοσύνη.

Το τρίπτυχο αυτό καθιστά το Σύνταγμα του Άστρους πολύτιμη παρακαταθήκη και σημαντική θεσμική κληρονομιά του νέου ελληνικού κράτους.

5. Δικαιοσυγκριτική εξέταση

Η αξιολόγηση ενός συνταγματικού κειμένου προϋποθέτει αναγκαίως την δικαιοσυγκριτική του εξέταση. Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε την σημασία της πρόβλεψης των παραπάνω ουσιαστικών αρχών στο Σύνταγμα του Άστρους, σε συνδυασμό με την υπερνομοθετική τους κατοχύρωση, αρκεί να σημειώσουμε ότι στο αμερικανικό συνταγματικό δίκαιο -ελλείψει ρητής διάταξης- χρειάστηκε η «πραιτωριανή» νομολογία της ιστορικής απόφασης Marbury v. Madison, 5 U.S.137 (1803), για κατοχυρωθεί έμπρακτα η υπερνομοθετική ισχύς του Συντάγματος και ο δικαστικός της έλεγχος.
Στην Αγγλία, και τότε αλλά και σήμερα, η ακλόνητη εθιμική αρχή της παντοδυναμίας του Κοινοβουλίου (parliamentary sovereignty) στερεί από τα Δικαστήρια την δυνατότητα ελέγχου των αποφάσεων της νομοθετικής εξουσίας. Χρειάστηκε να φτάσουμε στην υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την θεσμοθέτηση της Human Rights Act του 1998, προκειμένου τα δικαστήρια να ελέγξουν με σχετική αποτελεσματικότητα τις νομοθετικές παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Αντιστοίχως, στην Γαλλία, παρά την πανηγυρική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το 1789, ο συγκεντρωτικός, προληπτικός και αφηρημένος έλεγχος της συνταγματικότητας δεν επέτρεπε στο σύνολο των δικαστηρίων να ελέγξει κατά τρόπο άμεσο και πρωτογενή την συνταγματικότητα των διατάξεων που καλούνταν να εφαρμόσουν, και χρειάστηκε η νομική κατασκευή του ελέγχου της συμβατικότητας των νόμων, με ανάγωγη και πάλι στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη και πληρέστερη η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Η πρόβλεψη, λοιπόν, της υπερνομοθετικής ισχύος του Συντάγματος του 1823, και η κατοχύρωση πλέγματος θεμελιωδών δικαιωμάτων χωρίς διακρίσεις, υπερέβαινε τα δικαιοσυγκριτικά δεδομένα της εποχής. Δικαιολογεί δε, τον χαρακτηρισμό της ελληνικής επανάστασης -πέρα από τα εθνικοαπελευθερωτικά και πιθανόν κοινωνικοανατρεπτικά χαρακτηριστικά της- ως εργαστήρι ιδεών της ευρωπαϊκής διανόησης και του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.

6. Το όραμα της παραγωγική ανασυγκρότησης της χώρας

Οι καινοτομίες όμως του Συντάγματος του Άστρους δεν περιορίζονται στις παραπάνω κρίσιμες διαπιστώσεις, που αφορούν το κράτος δικαίου.

Ξεχωρίζω ανάμεσα στις διατάξεις του την παράγραφο πη’ που ορίζει ότι «η διοικήσις οφείλει δραστήρια μέτρα εις την δυνατήν εμψυχώσιν του εμπορίου και της γεωργίας εις την Ελλάδα, φροντίζουσα μεταξύ άλλων και το να συσταθώσιν εταιρείαι, γεωργική και εμπορική, και εμπορικόν κριτηρίον
(= δικαστήριο)».
Εντοπίζουμε εδώ μια πρόδρομη διατύπωση της σημερινής διάταξης του άρθρου 106 του ισχύοντος Συντάγματος που προβλέπει ότι «το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών». Η διάταξη αυτή , κατά την κρατούσα ερμηνευτική προσέγγιση, έχει ιδιαίτερη σημασία διότι δικαιολογεί συνταγματικά τα τυχόν εποπτικά, παρεμβατικά, και προστατευτικά μέτρα που λαμβάνει το Κράτος, με γνώμονα την οικονομική ανάπτυξη, και με απώτατο όριο την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία (Συντ. 5 παρ. 1) και την αρχή της αναλογικότητας (Συντ. 25 παρ. 1).
Η διάταξη όμως του 1823, δεν έχει την ουδετερότητα της σημερινής συνταγματικής ρύθμισης. Η αναγκαία «εμψύχωση του εμπορίου και της γεωργίας», δύο τομέων της οικονομίας , όπου ο συντακτικός νομοθέτης εμφανώς εντοπίζει ένα εθνικό πλεονέκτημα, είναι πλησίστια με την σημερινή συζήτηση για την αναγκαία παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, με έμφαση στους τομείς όπου η Ελλάδα έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Μετά από οχτώ χρόνια οικονομικής καθίζησης και παραγωγικής καχεξίας, δεν θα μπορούσα να βρω πιο εύστοχη διατύπωση από την «εμψύχωση» της οικονομικής δραστηριότητας, ως αναγκαίο εθνικό πρόταγμα. Εμψύχωση σημαίνει ώθηση προς τα εμπρός, ομόνοια, συνέργειες, εργατικότητα και συνεργατικότητα, εγκατάλειψη των συντεχνιακών και φατριαστικών αντιλήψεων, υπέρβαση του κοινωνικού αυτοματισμού, της διχόνοιας και της αντιπαλότητας, που λειτουργούν ως τροχοπέδη σε κάθε απόπειρα ανάταξης της οικονομίας. Το Σύνταγμα του Άστρους εμπερικλείει το όραμα για ένα κράτος που λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής των οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων, και όχι ως διαιρέτης και υπονομευτής της κοινής προσπάθειας.

7. Η πρωτοποριακή κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους

Στις καινοτομίες του Συντάγματος του Άστρους κατατάσσω και την εν σπέρματι κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Η υποχρέωση οργάνωσης της εκπαίδευσης της νεολαίας βρίσκει για πρώτη φορά την θέση της σε ελληνικό Σύνταγμα και καταδεικνύει την εθνική σημασία της Παιδείας και της εκπαίδευσης για την ανασυγκρότηση της χώρας.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η διατύπωση που υιοθετεί σχετικά με την εξασφάλιση «σταθερού πόρου ζωής» για την πλέον χειμαζόμενη εκείνη την εποχή κοινωνική κατηγορία, δηλαδή τις χήρες και τα ορφανά των εις τας μάχας πεσόντων στρατιωτών. Και πάλι η διατύπωση απηχεί -κατά τρόπο σχεδόν προφητικό- την σημερινή συζήτηση για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ως πεμπτουσία του κοινωνικού κράτους. Πράγματι, συγκλίνουν πλέον διεθνώς οι απόψεις ότι η εξασφάλιση «σταθερού πόρου ζωής» είναι το αποτελεσματικότερο μέσο για την αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας και την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους πολίτες ανεξαρτήτως κοινωνικής προέλευσης και οικονομικών μέσων.

8. Ενδυνάμωση της δημοκρατικής αρχής

Στην θετική συνεισφορά του έργου της Β’ Εθνοσυνέλευσης του Άστρους συγκαταλέγεται ο εκλογικός νόμος της 16 Απριλίου 1823, ο οποίος διηύρυνε το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, ορίζοντας ως προσόν του εκλέκτορα όχι πλέον την ιδιότητα του «ευυπόληπτου γέροντος», όπως προβλεπόταν στον προϊσχύσαντα εκλογικό νόμο της 17/9.11.1822, άλλα του «ευυπόληπτου ανδρός», ενώ το όριο εκλογιμότητας κατέβηκε στο 25ο έτος, από το 30ό που ίσχυε μέχρι τότε.
Η διεύρυνση του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι προοιωνίζονται την πρωτοποριακή καθιέρωση της καθολικής (για τον άρρενα πληθυσμό) και άμεσης ψηφοφορίας από την Εθνοσυνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 (εκλογικός νόμος της 18 Μαρτίου 1844). Για να έχουμε και πάλι μια αίσθηση των μεγεθών και της σημασίας των καθ’ ημάς θεσμικών καινοτομιών, υπενθυμίζεται ότι η καθολική ψηφοφορία καθιερώθηκε στη Γαλλία το 1875, στο Βέλγιο το 1893, στη Νορβηγία το 1898, στην Αυστρία το 1907, στην Σουηδία το 1909, στην Ιταλία το 1912 και στη Μεγάλη Βρετανία μετά το πέρας το πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.
Βεβαίως, τόσο η διεύρυνση του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι με τον εκλογικό νόμο του 1823, όσο και η καθιέρωση της καθολικής (με ελάχιστες εξαιρέσεις) ψηφοφορίας με τον εκλογικό νόμο του 1844, απηχούν την προσπάθεια των προεστών και των κοτζαμπάσηδων να ελέγξουν το βουλευτικό σώμα, δια της λαϊκής ψήφου, την οποία θεωρούσαν τότε υποχείριό τους. Σε αντίθεση δηλαδή με την υπόλοιπη Ευρώπη, όπου το εργατικό και το λαϊκό κίνημα είχαν αρχίσει να ανδρώνονται και να προβάλουν αξιώσεις ουσιαστικής πολιτικής συμμετοχής, στην Ελλάδα δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί η έννοια του ταξικού αντιπάλου. Αντιθέτως, με δυσπιστία και εχθρότητα αντιμετωπιζόταν ισχυρή η κεντρική διοίκηση, την οποία ενσάρκωναν αρχικά ο Καποδίστριας, και στη συνέχεια ο Όθωνας μέχρι την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Παρά την επιβεβλημένη αυτή επισήμανση για τα κοινωνικοπολιτικά χαρακτηριστικά της περιόδου, η ενίσχυση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ύπαρξής του του νέου ελληνικού κράτους, εγγράφεται ως σημαντική δημοκρατική κατάκτηση.

Προσπάθησα μέχρι τώρα να αναδείξω πλείονα στοιχεία που έχουμε την τάση να λησμονούμε, υπό την επίδραση της αντίληψης ότι το νεοελληνικό κράτος μιμήθηκε ξενόφερτους θεσμούς, χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας και καινοτόμου σκέψης. Νομίζω, αντίθετα, ότι τόσο τα πνευματικά έργα του νεοελληνικού Διαφωτισμού, όσο και τα συνταγματικά επαναστατικά κείμενα αποτελούν διαχρονική πηγή έμπνευσης και πρέπει να σεμνυνόμεθα γι’ αυτά.

9. Η κριτική αποτίμηση της (μη) εφαρμογής του Συντάγματος.

9.1. Ένα θνησιγενές οικοδόμημα

Η ελληνική ιστορία δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά και μόνο η ιστορία των εθνικών επετείων. Τα ιστορικά γεγονότα απαιτούν νηφάλια και κριτική ματιά, που επιτρέπει την συναγωγή συμπερασμάτων πολύτιμων και για την αντικειμενική τους αποτίμηση, και την διδακτική τους αξιοποίηση στο παρόν.

Το Σύνταγμα του Άστρους είναι ένα πρώτο παράδειγμα, που ατυχώς επαναλήφθηκε πολλές φορές στη συνέχεια, κραυγαλέας απόκλισης μεταξύ κανονιστικής εξαγγελίας και πραγματικής εφαρμογής.
Το οργανωτικό μέρος του Συντάγματος του Άστρους ξεκινούσε από την ορθή αφετηρία ότι οι τρεις εξουσίες είναι πραγματικά διακριτές και ανεξάρτητες.
Πέρα από την ανεξάρτητη δικαιοσύνη, την διοίκηση αποτελούσαν δύο σώματα, το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό, που αμφότερα εκλέγονταν από τον λαό σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς του εκλογικού νόμου. Το βουλευτικό ψήφιζε τους νόμους και το εκτελεστικό είχε την αρμοδιότητα εκτέλεσής τους. Ταυτόχρονα, το εκτελεστικό, διέθετε δικαίωμα αναβλητικής αρνησικυρίας κατά την νομοπαραγωγική διαδικασία.
Είναι φανερό ότι η διάκριση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας στο Σύνταγμα του Άστρους είναι πλήρης και λυσιτελής.
Τούτο έρχεται σε προφανή αντίθεση με την σημερινή ουσιαστική σύμπτωση των δύο εξουσιών, υπό το ιδιότυπο καθεστώς της νομοθετούσας κυβέρνησης. Δεν θα ήταν, λοιπόν, υπερβολή να μιλήσει κανείς σήμερα για θεσμική υποχώρηση έναντι της αρτιότερης κατά τούτο αρχιτεκτονικής του Συντάγματος του Άστρους.

Παρά την ορθή αφετηρία, όμως, η κατάληξη δεν ήταν το ίδιο ευτυχής. Διότι οι οργανωτικές διατάξεις οδήγησαν κατά την εφαρμογή τους σε μη βιώσιμη κατανομή, και αναποτελεσματική άσκηση της πολιτικής εξουσίας.
Οι θεωρητικοί του συνταγματικού δικαίου είδαν την διαπλοκή των δύο σωμάτων κατά την θέσπιση των νόμων, ως «σύγχυσιν των εξουσιών» κατά την διατύπωση του Ν. Ν. Σαρίπολου.
Αντιστοίχως, κατά την πρόβλεψη του Αδαμάντιου Κοραή, η πολυμελής σύνθεση του Εκετελεστικού, που ήταν πενταμελές και εξέλεγε επτά υπουργούς, ήταν μοιραίο «να γεννήσει την διχόνοια ή την όχι πολύ λιγότερο φοβεράν, ολιγαρχικήν ομόνοιαν».

Η πολυμελής συγκρότηση του εκτελεστικού, η σύγχυση αρμοδιοτήτων των δύο σωμάτων, ιδίως κατά την νομοπαραγωγική διαδικασία, και η εξαιρετικά περιορισμένη ενιαύσια θητεία των μελών τους, προδιέγραφαν την έλλειψη αποτελεσματικότητας και την αδυναμία άσκησης σταθερής κυβερνητικής πολιτικής.

Οι κανονιστικές αυτές επιλογές, που αποτυπώθηκαν τόσο στο Σύνταγμα της Επιδαύρου όσο και σε εκείνο του Άστρους, απηχούσαν την αμοιβαία καχυποψία των μελών των δύο Εθνοσυνελεύσεων, οι οποίοι έβλεπαν με εξαιρετική δυσπιστία την δημιουργία ισχυρής κεντρικής εξουσίας, την οποία δεν θα μπορούσαν να ελέγξουν. Η αδύναμη αντίθετα κεντρική εξουσία καλλιεργούσε την προσδοκία άσκησης επιρροής στο μέλλον από παράγοντες που είχαν τοπική εξουσία. Έτσι, θυσίασαν το όραμα της άρτιας θεσμικής συγκρότησης του νεοσύστατου κράτους, στις προσωπικές και τοπικές φιλοδοξίες και έριδες.

Πριν ακόμη καταλήξει στην υιοθέτηση του συνταγματικού κειμένου -με τις θεσμικές καινοτομίες που επισημάναμε- η Εθνοσυνέλευση του Άστρους είχε στιγματιστεί από την τριπλή, επάλληλη σύγκρουση: προεστών και στρατιωτικών – νησιωτών και πελοποννησίων– αυτοχθόνων (γηγενών πληρεξουσίων) και ετεροχθόνων (παραστατών που προέρχονταν από το εξωτερικό).
Ο Νικόλαος Διαμαντούρος χαρακτηρίζει την ομάδα των ετεροχθόνων (Μαυροκορδάτος, Νέγρος, Πολυζωίδης Φαρμακίδης, κλπ) «εκσυγχρονιστές» της εποχής. Όραμά τους ήταν η δημιουργία ενός δυτικότροπου, συγκεντρωτικού κράτος. Από την άλλη πλευρά , οι ισχυροί τοπικοί παράγοντες της εποχής, οι προεστοί και οι κοτζαμπάσηδες, προωθούσαν μια χαλαρή ομοσπονδία, με ισχνή κεντρική εξουσία ελεγχόμενη κατ’ ουσίαν από τους ίδιους.
Η αρχιτεκτονική του συνταγματικού κειμένου, ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμού των δύο αντίρροπων ιδεολογικών κατευθύνσεων. Οπωσδήποτε κατ΄ αποτέλεσμα καλλιεργούσε εν δυνάμει έναν οξύ πολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ βουλευτικού και εκτελεστικού.

9.2. Τα επακόλουθα: η εμφύλια σύρραξη

Η πραγματικότητα ήταν κατά πολύ χειρότερη από τις προβλέψεις και τις επιφυλάξεις των θεωρητικών. Ακολούθησε ανοιχτή σύγκρουση των δύο σωμάτων. Το Βουλευτικό ήλεγχε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι νησιώτες, ενώ το Εκτελεστικό ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι στρατιωτικοί.
Η εμφύλια σύγκρουση γιγαντώθηκε το 1824. Από τη μία πλευρά οι νησιώτες και οι Ρουμελιώτες, με επικεφαλής τον Κουντουριώτη και από την άλλη οι Πελοποννήσιοι και οι στρατιωτικοί , με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Κάθε πλευρά κατέληξε να έχει το δικό της Βουλευτικό και το δικό της Εκτελεστικό. Πριν ακόμη καλά-καλά εδραιωθεί το νέο κράτος, δημιουργήθηκαν δύο κέντρα εξουσίας με δικά τους όργανα το καθένα, και έδρα το Κρανίδι και την Τρίπολη αντίστοιχα. Η εμφύλια σύρραξη έληξε με επικράτηση των νησιωτών στο τέλος του 1824. Η νίκη τους όμως επισκιάστηκε από την επέλαση των στρατευμάτων του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, και οδήγησε στην ανοιχτή και συστηματική πλέον παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Η παρέμβαση αυτή υποστασιοποιήθηκε με την συγκρότηση των αντίστοιχων κομμάτων, του Βρετανικού, του Γαλλικού και του Ρωσικού, που διαγκωνίζονταν για την κατάληψη της εξουσίας στο νεοσύστατο κράτος.

10. Τα επέκεινα του Συντάγματος του Άστρους

Η οξεία εμφύλια σύγκρουση έκανε αντιληπτή πολύ γρήγορα την ανάγκη για ισχυρή κεντρική εξουσία, που θα μπορούσε να διασώσει τον αγώνα στην κρίσιμη καμπή στην οποία βρισκόταν. Η επακολουθήσασα Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας μετέβαλε άρδην το μοντέλο οργάνωσης της εξουσίας εγκαθιδρύοντας μονοπρόσωπη εκτελεστική εξουσία, με επτάχρονη θητεία. Μετά την άφιξη και στη συνέχεια τη δολοφονία του Καποδίστρια το ζητούμενο του Συντάγματος βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο νέας εμφύλιας σύγκρουσης.
Ο εμφύλιος πόλεμος επέτρεψε την ευθεία παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων. Η διακοίνωση της 29ης.7.1832 δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολιών: «η συζητήσις ή στερεώσις ενός Συντάγματος οριστικού ή νόμων θεμελιωδών δεν μπορούν πλέον να λάβουν χώραν χωρίς τη συνδρομή της βασιλικής εξουσίας». Η έλευση του Όθωνα κατέστη έτσι μονόδρομος, σε μια εποχή που, κατά την διαπίστωση του Κασομούλη, υπήρξε η «άθλιεστέρα που ενεθυμήθησαν οι Έλληνες».

11. Η κριτική αποτίμηση ενός ξένου: οι επιστολές του Τζ Μπένθαμ

Η αντίθεση ανάμεσα στην ελπιδοφόρα προοπτική των επαναστατικών Συνταγμάτων και την αλγεινή πραγματικότητα των εμφύλιων συγκρούσεων προκαλεί θλιβερή εντύπωση. Αποτυπώνεται εναργώς στις επιστολές του μεγάλου φιλόσοφου του ωφελιμισμού, Τζ. Μπένθαμ, ο οποίος φαίνεται ότι παρακολουθούσε εκ του σύνεγγυς τα ελληνικά πράγματα. Σχολιάζοντας τα επαναστατικά Συντάγματα ο Μπένθαμ αποκαλεί τους Έλληνες νομοθέτες «αναγεννητές» … «που ξεκινούν την σταδιοδρομία τους υπό τις πλέον ευοίωνες περιστάσεις. Τίποτε ισάξιό τους δεν συναντά κανείς στην ιστορία… δεν τους βαραίνει καμιά κατάρα όπως οι βασιλιάδες … οι αριστοκράτες».

Μετά την εμπειρία των ελληνικών εμφυλίων πολέμων, όμως, σε επιστολή του προς τον Σιμόν Μπολιβάρ (13 Αυγούστου 1825), ο Μπένθαμ δίνει μια πολύ διαφορετική εικόνα των Ελλήνων: «…δεν θα μπορούσα να φανταστώ ποτέ τέτοιο μείγμα άγνοιας, αδικαιολόγητης καχυποψίας, ανειλικρίνειας, απιστίας, αγένειας, αδιαφορίας, εριστικότητας, ακρισίας, υπερηφάνειας, ματαιοδοξίας και επιπολαιότητας, σε συνδυασμό με πλήρη ανικανότητα πολιτικών χειρισμών, εάν δεν το είχα γνωρίσει εκ του πλησίον… εκτός από ανταρτοπόλεμο, δεν είναι ικανοί για τίποτα άλλο. Συνεχώς φιλονικούν μεταξύ τους και κάνουν όλους όσοι σπεύδουν από άλλες χώρες προς βοήθειά τους να παραπονιούνται δικαιολογημένα».

12. Συνολική αποτίμηση.

Είναι γεγονός ότι τα επαναστατικά συντάγματα, συμπεριλαμβανομένου εκείνου του Άστρους, ακόμη κι αν δεν συνετέλεσαν αιτιωδώς στο ξέσπασμα των εμφύλιων συγκρούσεων, είναι αναντίρρητο ότι δεν τους απέτρεψαν. Παρά ταύτα, η συνολική τους συνεισφορά πρέπει να θεωρηθεί θετική για τους ακόλουθους λόγους:
– Ψηφίστηκαν με δημοκρατική διαδικασία δηλαδή από αιρετούς αντιπροσώπους οι οποίοι διαμόρφωσαν τα συνταγματικά κείμενα και ψήφισαν για την τελική τους επικύρωση σε ολομέλεια.
– Τα ίδια τα συντάγματα εμφορούνταν από την δημοκρατική αρχή καθώς προέβλεπαν διαδικασία εκλογής των οργάνων που ασκούσαν την νομοθετική και εκτελεστική εξουσία από τον λαό, και μάλιστα κατά τρόπο που επέτρεπε την ουσιαστική τους διάκριση.
– Κατοχύρωναν θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα που αποτελούσαν απαύγασμα των φιλελεύθερων ιδεών του Διαφωτισμού και συγκροτούν τον πυρήνα ενός σύγχρονου κράτους δικαίου.
– Έθεταν τα θεμελιώδη δικαιώματα υπό τον έλεγχο της ανεξάρτητης δικαιοσύνης.

Παρότι λοιπόν δεν ίσχυσαν στην πράξη, τα επαναστατικά συντάγματα είχαν αξιόλογη παιδευτική κι ιδεολογική λειτουργία διότι παρείχαν στις αντιμαχόμενες πλευρές «το επιχείρημα της νομιμότητας» (Ν. Αλιβιζάτος). Αποτελούσαν, δηλαδή έκτοτε σταθερό σημείο αναφοράς για όλες τις πολιτικές παρατάξεις της νεότερης Ελλάδας.

Για να εδραιωθεί η πολιτική ζωή του τόπου σε υγιείς βάσεις πρέπει η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία να στηρίζεται στην επίκληση της συνταγματικής νομιμότητας. Όχι σε άλλες πηγές νομιμοποίησης, όπως η οικονομική εξάρτηση, ο ξένος παράγοντας ή η βίαιη επιβολή.
Είναι ένα δίδαγμα που ξεχάσαμε στο διάβα των ετών και το πληρώσαμε ακριβά. Για πολλά χρόνια οι συνταγματικές εκτροπές έγιναν ο κανόνας. Σήμερα, μετά από 40 χρόνια προσήλωσης στο συνταγματικό κεκτημένο (μετά το Σύνταγμα του 1975), οι θεσμοί τίθενται και πάλι υπό αμφισβήτηση. Διαφάνεια, νομιμότητα, δικαστική ανεξαρτησία, βάλλονται.
Το Σύνταγμα του Άστρους, με τις πρωτοποριακές του θεσμικές εγγυήσεις, την σταθερή προσήλωση στην δικαστική ανεξαρτησία και τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς και την πραγματική και όχι κατ’ επίφαση διάκριση των τριών εξουσιών, μας υπενθυμίζει το χρέος να διαφυλάξουμε την ποιότητα της δημοκρατίας και των θεσμών. Ιδίως επειδή -όπως ανέφερα- υπάρχουν σήμερα μόνο δύο εν τοις πράγμασιν λειτουργούσες εξουσίες, η διαφύλαξη της δικαστικής ανεξαρτησίας αποτελεί λυδία λίθο για την ίδια την υπόσταση της δημοκρατίας.
Το Σύνταγμα του Άστρους μας διδάσκει ότι το Σύνταγμα δεν επιδέχεται «παραμετρικές αλλαγές» ή «βελτιωτικές αναγνώσεις», όπως πολλοί ευαγγελίζονται σήμερα. Επιτάσσει απόλυτο σεβασμό στο κράτος δικαίου, το οποίο διαφυλάσσει προεχόντως η ανεξάρτητη δικαστική κρίση.
Οφείλουμε όλοι, πολιτικοί, νομικοί και απλοί πολίτες, να διαφυλάττουμε ως κόρην οφθαλμού το συνταγματικό κεκτημένο. Δεν είναι μια απλή υποχρέωση απέναντι στη σύγχρονη δημοκρατία, που με κόπο έχουμε χτίσει και διατηρούμε παρά τις υπάρχουσες αντιξοότητες. Όπως λέει ο Σεφέρης, είναι εθνική επιταγή!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παρακαλώ, απαντήστε στο ερώτημα *